YT Expo - шаблон joomla Mp3
Εκτύπωση
PDF
23
Οκτώβριος
2011

Γυφτογειτονιά, αγάπη μου

Όσο περισσότερο απομακρυνόμαστε από την εφηβεία, οι αναμνήσεις μας γυρνάνε στα περασμένα, μας κυριεύουν. Κι αν ο όρος γεράματα είναι αποκρουστικός έως απαράδεκτος, η διάβρωση έχει συντελεστεί. Ο κομψότερος όρος τρίτη ηλικία είναι συνώνυμος των γηρατειών και δε βαραίνουν τόσο την ψυχολογία μας όταν είναι δημιουργικά με τη συμπυκνωμένη σοφία που αθροίστηκε. Η νοσταλγία είναι πόνος (άλγος του νόστου, της επιστροφής δηλαδή όσο κι αν είναι αδύνατο κάτι τέτοιο). Συμπολίτισσα φίλη που λείπει χρόνια από την πόλη, θυμάται τη γειτονιά της, με το φολκλορικό είδος των τσιγγάνων που συγκατοικούσε και της έχουν μείνει γραφικά περιστατικά που σύνθεσε σ’ ένα ποίημα που μας έστειλε, ίσως, απλά να το δούμε κι εμείς κάνοντας υπέρβαση της επιθυμίας της το δημοσιεύουμε. Είναι ωραίο επειδή είναι αληθινό. Στην εποχή μας που το σύνολο των ενεργειών και εκφάνσεων της ζωής μας είναι ιμιτασιόν, μια εκ βαθέων εξομολόγηση έχει την ποιότητα της γνησιότητας. Το αναρτούμε λοιπόν στη σελίδα μας σαν παραδοσιακό αξεσουάρ, σε μουσείο λαϊκής τέχνης.

Γυφτογειτονιά μου, αγάπη μου!

Αχ και να ζωντάνευε / η γυφτογειτονιά μου!

Γύφτοι καλαθοποιοί κι άπλυτα γυφτάκια...

Σταυροπόδι οι γύφτισσες / πλέκαν τα καλάθια τους / ξάπλα μεσ’ το δρόμο..

-Έρχεται κι γυφτοΛιάς / με καλαμιές στον ώμο -

Γύρω τα γυφτόπουλα / πάντα πεινασμένα

Τσουτσουροκλαψούριζαν / πάντα βρωμισμένα.

Τ’ άπλυτα μουτράκια τους / τά ‘πλεναν τα δάκρυα...

Σταυροπόδι οι μάνες τους / πλέκαν τα καλάθια

Πλέκαν να προλάβουνε τ’ αυριανό παζάρι

Που θα φέρει το ψωμί, το φτηνό το ψάρι...

Ήρθανε και για κρασί..../ θά ‘χουν φαγοπότια

Κι ύστερα θα...τσακωθούν / για τα μεθεόρτια!!!

Υπογραφή: <Νοσταλγός>. Ένα ζουμ στο παρελθόν. Κι εκεί που ήταν στρατοπεδευμένο το γυφταίϊκο, σήμερα παρκαρισμένα αυτοκίνητα και ανυψωμένα σπίτια άλλων. Ο κόσμος άλλαξε, πλην οι γύφτικες συμπεριφορές κάποιων δεν εξαλείφτηκαν. Και καλάθια υπάρχουν. Οι βιομηχανίες πλαστικών αποτύπωσαν την έμπνευση και τη δεξιότητα της γύφτισσας και της πήραν το ψωμί. Η φάρα τους εξελίχτηκε, το κάρο έγινε ένα μικρό φορτηγάκι, δεν κατοικούν μέσα στην πόλη. Το κράτος τους έφτιαξε σπίτια κι εκείνοι δεν καταδέχτηκαν να τα κατοικήσουν. Τους άνοιξε και σχολείο, έβαλε και δάσκαλο, αλλά τα παιδιά μπήκαν μια φορά μέσα να δουν πώς είναι κι ύστερα περνούσαν αδιάφορα απ’ έξω, πηγαίνοντας για ζητιανιά. Ελεύθεροι και απροβλημάτιστοι, σκαρίζουν μόλις φωτίσει με στόχο να εξοικονομήσουν ό,τι μπορέσουν.

Ένα τσούρμο γυφτάκια, άλλα ξυπόλυτα κι άλλα με πέτσινες πατούσες, το μεγαλύτερο γύρω στα 6 χρόνια, με αποφόρια που έπλεαν πάνω του έφτασαν έξω από την εκκλησία του οικισμού. Είδαν τον ιερέα που μοίραζε αντίδωρο, άσπρες και μεγάλες, χορταστικές, μπουκιές λειτουργιάς. Μπήκαν κοντά στις γερόντισσες κι άπλωσαν κι εκείνα τα χεράκια τους. Τους τα γιόμισε ο προνοητικός λευίτης. Εκείνα μπούκωσαν. Τέλος το πρωινό για σήμερα. Ξαναπήγαν. Ξανά τα ίδια, ώσπου η οικογένεια μετανάστευσε για άλλο γυφτοστέκι με εργασίες και προϊόντα εποχής. Δεν ήταν τουρκόγυφτοι, ήταν τσιγγάνοι. Είχαν άλλον αέρα στο στυλ τους. Μέσα στον κόσμο και χώρια απ’ αυτόν. Σκόρπιοι από τις Ινδίες σ’ όλες τις χώρες της Ευρώπης, επιβιώνουν χωρίς να αφομοιωθούν.

Παιδιά της ανεμελιάς και της ξενοιασιάς. Κάπου - κάπου βγάζουν από τη φάρα τους κανένα τραγουδιστή και οργανοπαίχτη. Υπάρχει και δικηγόρος γύφτος, που όταν χρειαστεί υπερασπίζεται τη φυλή του. Σε μια δίκη σε Πρωτοδικείο των Αθηνών, κάποιος γαλαζοαίματος δικηγόρος θέλησε να ειρωνευτεί τον αντίδικο συνάδελφό του, ότι το χρώμα του πρόδιδε την ταπεινή προέλευσή του. Τότε, εκείνος, ετοιμόλογος, απρόσβλητος και καυστικός τον κόλλησε στον τοίχο. Εγώ, του είπε, αν δεν έχω δουλειά σήμερα, θα με δεις, αύριο, να πουλάω πατάτες στις γειτονιές και κασέτες στη γωνία του δρόμου. Εσύ μπορείς να το κάνεις; Ευτυχώς που ο Πρόεδρος έκλεισε την υπόθεση και το ακροατήριο χειροκρότησε το γύφτο που ξεχώρισε, τιμώντας την...πιάτσα της φυλής του. Ήταν ένας γύφτος δικηγόρος. Σε αντίθεση με κάποιους μη γύφτους μεν, που γυφτίζουν όμως στις συμπεριφορές και συναλλαγές, τους σε απαράδεκτο βαθμό...