YT Expo - шаблон joomla Mp3
Εκτύπωση
PDF
27
Οκτώβριος
2018

Ο Κ α ζ α μ ί α ς

 

Ότι, συνηθίζουμε να χαρακτηρίζουμε λυρικό, απ’ ότι βγαίνει από μέσα μας σε ώρες που συλλογιζόμαστε τα περασμένα, είναι εικόνες, από πράγματα που έμειναν βαθιά χαραγμένα στη συνείδηση, όταν αυτή ήταν ακόμη μαλακός πηλός και αποτυπώνονταν πάνω της όλες οι μορφές ζωής που αργότερα τις δεχτήκαμε ως εμπειρίες και τις ονομάσαμε έτσι. Από τότε που βλέπαμε και τα πιο καθημερινά με φαντασία ποιητική που τη μετονομάσαμε κι αυτή σε λυρική έκφραση, πάλι δηλαδή σε ποίηση με την οποία ντύναμε το οτιδήποτε μας συγκινούσε, επειδή η ποίηση, η λυρική έκφραση εκφράζεται με ρυθμό που είναι η πρώτη δεξιότητα στην παιδική φάση της ζωής μας. Το πρώτο νανούρισμα, οι πρώτες χαρές, οι πρώτες κινήσεις είναι ρυθμός. Κι όταν με τον καιρό μεγαλώναμε με ρυθμικούς στίχους μαθαίναμε και για τα πιο πεζά διδάγματα που έπρεπε να εγκαταστήσουμε στη μνήμη και μονιμότερα στη συνείδησή μας. Μια τέτοια εμπειρία ζωής είναι και ό,τι αποτυπώθηκε ανεξίτηλα από έναν καζαμία, ένα περίεργο περιοδικό που ήταν πάντα πρόσφορο να το ξεφυλλίζουμε, να μας γεμίζει απορίες και να πιστεύουμε στη σοφία του Νοστράδαμου, του αστρονόμου που εικονιζόταν στο εξώφυλλο μ΄ένα κανοκιάλι να παρατηρεί τον έναστρο ουρανό και να προφητεύει τα πάντα.

Αντλούμε συνεχώς από το ίδιο βαθύ πηγάδι. Από το φρέαρ εκείνης της άδολης παιδικότητας απ’ όπου όλες οι ‘’Αναδρομές’’. Πάμε συνεχώς πίσω κι αυτό το θεωρούμε ‘’μπροστά’’, από μια ηλικία και πέρα. Κάπου εδώ προσδιορίζεται ότι αρχίζουν και τα γερατειά, όπως αποφαίνονται οι κοινωνιολόγοι, οι ψυχολόγοι και όλοι οι ειδικοί που τεμαχίζουν την ενότητα του ανθρώπου και τον μπερδεύουν περισσότερο.

Τότε, τό ‘χουμε πει σε άλλα αναδρομάρικα κείμενά μας - πότε ήταν αυτό το...τότε ; - χωρίς άλλες εμπειρίες, μακριά από τον κόσμο μεγαλώναμε όπως όλα τα ζωντανά που τρέφαμε στο σπίτι μας. Αδιαμαρτύρητα. Άμα γεννούσε η γίδα μας θα τρώγαμε γάλα. Άμα γεννούσαν οι κότες θα γευόμαστε ένα αυγό. Κι αυτά συνέβαιναν με φυσικούς κανόνες, που κανένας δε σκεφτόταν ότι μπορεί να τους επιταχύνει ή να τους σταματήσει. Αν έβρεχε θα γίνονταν τα σπαρτά για νά ‘χουμε ψωμί. Θα είχε και η βρύση αρκετό νερό το καλοκαίρι να πίνουμε και να ποτίζουμε δυο αυλακιές φασολάκια και ντομάτες, που οι πιο προνοητικοί είχαν κρατήσει σπόρο από το προηγούμενο καλοκαίρι. Ποτέ δεν κόβαμε τα σπορίτια, όπως έλεγε ο παππούς. Και αυτά ήσαν μια καλοθρεμμένη ντομάτα, ένα κολοκύθι που μεγάλωνε τρώγοντας όλη την τροφή της κολοκυθιάς, ένα αγγούρι που μάκραινε και παγέρωνε κι όλ’ αυτά σκεπασμένα με ξερά χόρτα για να μη φαίνονται και τα καρατομήσει ο νεροπούλος, καθώς περνούσε η εποχή και λιγόστευαν τα ζαρζαβατικά. Το ίδιο διαλεγμένα

και τα αραποσίτια, το ίδιο και το ασπρόσταρο που προοριζόταν για σπόρος. Ξεδιαλεγόταν και έμπαινε στην άκρη. Τύχαινε όμως να έρθουν σε έλλειψη οι άνθρωποι μεσοχείμωνο, να μην έχουν ψωμί και σχολίαζαν οι άλλοι, οι πιο νοικοκύρηδες. ‘’Αυτοί θα φάνε και το σπόρο και πέρα δε θα βγούνε’’. Πάντα οι ψωμωμένοι, οι ευτραφείς, οι υγιείς καρποί και κόκκοι διαλέγονταν για να χρησιμέψουν στη σπορά της άλλης χρονιάς.

 

Αν δεν κρατούσες μια κατσικαδούλα από καλή γέννα της χρονιάς, για έχα, δε θα ανανέωνες τη γερασμένη μάνα της. Όλα στο χωριό θέλανε προνοητικότητα. Οι εποχές κανόνιζαν τις δουλειές, ακόμα και τις συμπεριφορές μας. Έδιναν το αίσθημα της μοναδικής αλλαγής. Ο χειμώνας όμως δε χαριζόταν σε κανέναν, σε κανένα πλάσμα της φύσης. Γι αυτό και αν κάποιος ήταν ανήμπορος το καλοκαίρι, πιθανολογούσαν ότι ‘’αυτός δε βγάζει χειμώνα’’. Ακόμα και για τα ζώα ίσχυε αυτό. Στα κοπάδια, γύρω στο φθινόπωρο, διάλεγαν τα στέρφα, τα κατσικομούνουχα, τα ηλικιωμένα ζώα και κατευθείαν στο χασάπη. Στο κοπάδι έπρεπε να υπάρχει η παραγωγική ηλικία, να υπάρχει επάρκεια τροφής της, να αντέχει στα δεινά του κρύου και στις στερήσεις.

Το σκληρό περιβάλλον διαμόρφωνε και τους ανθρώπους όμοια. Όταν κάποτε η γίδα μας γέρασε και τη σφάξανε, καθώς την τεμάχιζαν, η καλή θεία που μας μεγάλωσε με την αγάπη της, μονολόγησε σε σημείο που μας άγγιξε βαθύτατα. ’’Είμαστε αχάριστοι. μας ανάθρεψε τόσα παιδιά με το άφθονο γάλα της (έβγαζε μια οκά και βάλε, στην αρμεξιά), τα κατσίκια τα γεννούσε τρία - τρία, δεν της χαλαλίζανε τη ζωή της στα στερνά, να πάει από γεράματα!;’’ Αυτός ο μονόλογος εγκαταστάθηκε μέσα μας. Μας πλήγωσε. Θυμάμαι, δεν απλώναμε να φάμε το κρέας της Ρήκας μας, όπως τη θυμόμαστε με τα μεγάλα, τα γυριστά κέρατά της γύρω από τα αυτιά, και ήταν όμορφη και καλοσυνάτη όταν πηγαίναμε να τη βοσκήσουμε.

Ζήσαμε λοιπόν, μικροί, τις πρώτες μας ενοχές και ίσως αποχτήσαμε και ένα είδος οικολογικής συνείδησης και συμβίωσης με τα άλλα ζωντανά, πολύ περισσότερο τα σπιτίσια που τα εξομοιώσαμε, τα εντάξαμε στην οικογένεια, τα θεωρούσαμε μέλη της.

Λέγαμε λοιπόν για τις εποχές. που ήσαν σωστά δρομολογημένες. Δεν παραβίαζαν το ημερολόγιο. Σεπτέμβρης, το πρωτοβρόχια. Πρώτο κείμενο στα σχολικά μας βιβλία, κυρίως στο αναγνωστικό. Από Δεκέμβρη και μετά, τα χιόνια. Το Πάσχα η χαρά της Άνοιξης, με τις γιορτές της Δικαινησίμου, της καινής, της καινούργιας μετά την Ανάσταση, εβδομάδας. Ήταν τότε που λειτουργούσαμε τα δύο από τα ξωκλήσια του χωριού. Εκείνη κι αν ήταν η χαρά μας. Τους ίδιους ανθρώπους, τους λιγοστούς συχωριανούς που ακολουθούσαν τον ιερέα να λειτουργηθούν στην ‘’Παναγιά’’ στου Ζαπάντη ή στον Αη Γιώργη προς την Κάνισκα, τους βλέπαμε διαφορετικά, γίνονταν κι αυτοί διαφορετικοί. Κάτι μας άλλαζε όλους. Ιδίως στον Αη Γιώργη, που έπρεπε να τρέξουν για την κουλούρα οι νέοι του χωριού, ήταν κάτι που μας γέμιζε δέος. Μια ζαχαροκουλούρα, ζυμωμένη από τα κορίτσια του χωριού και στολισμένη με χρωματιστά ζαχαράτα ήταν το έπαθλο του ικανότερου που θα παράβγαινε στο τρέξιμο και θα έφτανε πρώτος στην κορυφή του απέναντι λόφου, να την πιάσει, από εκείνον που την κρατούσε ψηλά να τη βλέπουμε όλοι. Κι ύστερα ένα μικρό γλέντι πριν γυρίσουμε στο χωριό. Μπροστά με την κουλούρα τρόπαιό του εκείνος που την κέρδισε, χόρευε έναν τσάμικο κι έναν καλαματιανό, για το καλό. Έθιμο ίσως της κλεφτουριάς, τρόπαιο της γνήσιας άμιλλας, παραδοχή του καλύτερου, μέσα σε κλίμα αγάπης.

Όταν έκλεινε ο ορίζοντας και πλάκωνε το χιόνι ένα δυο μερόνυχτα, δεν έβγαινε κανένας από το κρεβάτι. Το πολύ μέχρι το παραγώνι που έκαιγαν συνέχεια κούτσουρα στη φωτιά. Οι μεγαλύτεροι μέχρι τη βρύση, ανοίγοντας κοπό με τα φτυάρια, να πάνε τα μεγαλύτερα ζώα να ποτιστούν και πάλι μέσα. Μοναδικό μας ανάγνωσμα, ψυχαγωγία και μόρφωση, ο Καζαμίας. Υπήρχε απαραίτητα πάνω στο τζάκι. Για να βλέπουν τις γιορτάδες, που δεν έπρεπε να τις ‘’χαλάνε’’, που δεν έπρεπε κανένας να δουλεύει. Να μαθαίνουν πότε το φεγγάρι είναι στη χάση και πότε μπαίνει στη γιόμιση, για να κόψουν ξύλα για οικοδομή, επειδή τότε δεν τα έτρωγε το σκουλήκι. Πότε είχε πανσέληνο ή καινούριο φεγγάρι όπως το έλεγαν και το παρατηρούσαν αν είχε ξαστεριά, για να εκτιμήσουν την κατάσταση του καιρού. Τούτο το φεγγάρι θα βγει βροχερό, έλεγαν, όταν δε σταματούσαν οι βροχές που κρατούσαν μέρες. Και στις ξηρασίες, όταν δε μπορούσαν να καλλιεργήσουν, πάλι από το φεγγάρι προσπαθούσαν να μαντέψουν του καιρού τα γυρίσματα.

Ο Καζαμίας έλεγε, ακόμη, τι ώρα νυχτώνει, και πότε ξημερώνει. Αν και για τα πρωινά υπήρχαν τα πρώτα, τα δεύτερα και τα τρίτα κοκόρια. Αυτά τα εμπιστεύονταν περισσότερο οι ξωμάχοι και οι τσοπάνηδες χωριανοί, από τα ρολόγια. Δε λάθευαν. Όπου υπήρχαν και κάποια ρολόγια, συνήθως κουρντιστήρια με ελατήριο, έδειχναν πάντα...χθεσινή ώρα! Ξύπνησα, έλεγε ο παππούς, με τα πρώτα κοκόρια και μετά δεν έκλειναν τα μάτια μου…

Στα δικά μας χέρια, των παιδιών, ο Καζαμίας ήταν όλες οι βιβλιοθήκες του κόσμου, όλη η γνώση, όλος ο θαυμασμός. Μόλις που συλλαβίζαμε και μισοκαταλαβαίναμε, τον είχαμε λιώσει στο ξεφύλλισμα. Μας κράταγε πολλή ώρα και τον κοιτάζαμε, Στο εξώφυλλο, εκείνος ο σοφός, ο μάγος με το μονοκυάλι που παρατηρούσε ένα κομμάτι ουρανού μ’ αστέρια και κρατούσε μια περγαμηνή που σημείωνε τις παρατηρήσεις του για τα παρόντα και τα μελλούμενα να συμβούν. Σημείωνε και την πορεία του ήλιου, ακόμη. Αντίθετα προς εμάς που είχαμε γήινους ωροδείκτες τα δέντρα, δηλαδή τη σκιά τους και ξέραμε χοντρικά πότε είναι ώρα για κολατσιό, πότε μεσημέρι, πότε κοντόβραδο. Ο ήλιος ευρίσκεται εις το Ζενίθ ή εις το Ναδίρ, έγραφε με τη γλώσσα της εποχής, ο Καζαμίας. Και καλά το Ναδίρ δε μας απασχόλησε. Φαίνεται όμως κάτι είχαμε ακούσει για το Ζενίθ και είμαστε ανήσυχοι, πότε θα έφτανε εκεί ο φλογερός δίσκος του ουρανού. Οπότε ρωτήσαμε μια ταλαιπωρημένη δασκάλα του χωριού, η οποία θες δεν το καλοσκέφτηκε , θες δε γνώριζε μας έκαψε. ‘’Ο ήλιος στο Ζενίθ είπατε; Να βάλει ο Θεός το χέρι του. Θα καεί ο κόσμος.’’ Αυτό ήτανε. Ετοιμάζαμε τη ...μετάστασή μας στους ουρανούς, καθώς τα μεσημέρια του καλοκαιριού άναβε η πέτρα. Ζενίθ θα πει καταστροφή. Πυρκαγιά, κόλαση! Ωστόσο ο ήλιος πορευόταν χωρίς παράξενα φαινόμενα στην τροχιά του. Δηλαδή πολύ αργά τη μάθαμε αυτή τη λέξη. Όμως καταλαβαίναμε ότι ανάλογα με την εποχή βγαίνει και από άλλο σημείο πίσω από το βουνό και έδυε επίσης σε άλλο σημείο του απέναντι βουνού. Αυτά μόνο εννοούσαμε.

Προσεγγίζοντας λοιπόν τους κοσμογραφικούς όρους του Ζενίθ (μεσουράνημα, ανώτατο σημείο στον ορίζοντα) και του Ναδίρ (δύση κατώτατο σημείο), περιμέναμε το πρωί να σκάσει από την ανατολική οροσειρά της Ψηλής ράχης και το βράδυ να κρύβεται σε διαφορετικές θέσεις, ανάλογα με την εποχή, πίσω από το Γκερμπεσέϊκο βουνό, που χανόταν. Τότε παίρναμε ανάσα, που δρόσιζε κιόλας. Είχαμε γλιτώσει για μια μέρα ακόμη. Αυτά παθαίνεις άμα έχεις περιέργειες και ρωτάς! Το ίδιο κυκλοφορεί και σήμερα το περιοδικό αυτό. Πέρσι το ζητήσανε Έλληνες μετανάστες στην Αυστραλία και κάναμε...εξαγωγή Καζαμία, γιατί εκεί κάτω είναι τελείως άγνωστη η αφεντιά του.

Έδινε και γεωπονικές συμβουλές. ‘’Καιρός κατάλληλος δια την γεωργίαν’’ ή ‘’κατάλληλος δια σποράν κηπουρικών’’. Άλλοτε έβγαινε σωστός, άλλοτε περίπου, άλλοτε όχι. Όμως κανένας δεν τον αμφισβητούσε και στο αδιέξοδό του έλεγε: ‘’Για ρώτα πού έχουν Καζαμία να ιδούμε τι λέει κι αυτός;’’ Τ’ αστέρια όλοι ξέραμε ότι είναι ψηλά. Ο μάγος όμως του εξώφυλλου έβλεπε παρατηρώντας τα πράματα που εμείς αγνοούσαμε. Όταν έλεγε ‘’θάνατος μεγάλου πολιτικού’’, λίγο μας ένοιαζε, εμάς τα παιδιά! Αλλά όταν έγραφε ‘’μεγάλος σεισμός’’ τρέμαμε σε κάθε τρίξιμο της σκάλας! Κι αν τύχαινε να συμβεί κάποιος μικροσεισμός, τότε ανέβαινε το κύρος του Καζαμία.

Χρήσιμος και στα πνευματιστικά και τα μεταφυσικά ή και στα ενδιάμεσα, στην ερμηνεία των ονείρων. Απλή η απορία πώς συμβαίνουν τα όνειρα και ο συμβολισμός τους δημιούργησε τους ονειροκρίτες. Εκεί η θεια μας, ανεξάντλητη σε όνειρα, ήταν ένα ζωντανό παράρτημα ονειροκρίτη. Θυμάμαι κάποτε που είχα δει κάποιον εφιάλτη και φοβήθηκα, με ηρέμησε με την απλή και διπλωματική γνωμάτευσή της. Μην ανησυχείς. Τώρα που πέφτουν τα φύλλα (ήταν φθινόπωρο) δεν πιάνουν τα όνειρα! Τελείωσε. Αυτό ήταν. Μια υποβολή (από το φοβερό όνειρο) θεραπεύθηκε δια της αυθυποβολής, στην οποία με έβαλε.

Υπήρχαν και σελίδες του με ιστορικά θέματα, φυσικής, αστρονομίας, εγκυκλοπαιδικά, χιούμορ και ανέκδοτα. Ό,τι ήθελες έβρισκες. Καλό, αλλά λίγο. Τον φυλλομετρούσαμε συνέχεια, μήπως και ανακαλύψουμε κάτι νέο, κάτι περισσότερο. Ό,τι διαβάζαμε το καταπίναμε και το...χωνεύαμε πάραυτα. Ύστερα το μεγεθύναμε απεριόριστα, φαντασιοκοπούσαμε, τερατολογούσαμε και λέγαμε ό,τι μας κατέβαινε, από τη σοφία του Καζαμία. Όσοι είχαμε ‘’κλίση’’ στα γράμματα, παίρναμε πιο γρήγορα φωτιά. Καλπάζαμε στο χάος του ουρανού και του μυαλού μας. Οικοδομούσαμε το δικό μας εσωτερικό κόσμο αυθαίρετα. Ποτέ όμως δε νομιμοποιήσαμε καμιά τέτοια ‘’γνώση’’. Όπου κι αν απευθυνόμαστε, σύγχυση περισσότερη μας προκαλούσαν.

Την περίοδο εκείνη έπεσε στα χέρια μου ένα ΄σχολικό βιβλίο ιστορίας που αναφερόταν στα προ του 1821 και στα γεγονότα της επανάστασης. Κάτω από μια εικόνα, που παρίστανε κάποιους ρωμαλέους τύπους, ένας μου έκανε μεγαλύτερη εντύπωση, που άκουγαν κάποιον να τους διαβάζει κάτι σημαντικό, έτσι φαινόταν από το ύφος τους. Συλλάβισα τη λεζάντα που έγραφε. Σκλάβος Έλληνας ακούων τον θούριον του Ρήγα Βελεστινλή. Κατευθείαν στον παππού τώρα, να μας πει τι σήμαινε Βελεστινλής. Αυτό μου είχε καρφωθεί, σα να είχα καταλάβει όλα τ’ άλλα! Ολιγογράμματος καθώς ήταν, σκέφτηκε, ξανασκέφτηκε και αποφάνθηκε: Βελεστινλής θα πει, άνθρωπος με δυνατά μπράτσα! Τέλεια. Άλλωστε τό ‘βλεπα και στην εικόνα. Η διάψευση ήταν δραματικά αποκαλυπτική από τι επικίνδυνο τοπίο περάσαμε, με τους ομιλήκους μου, όταν πολύ αργά, κάποιοι, μάθαμε περισσότερα ελληνικά και ιστορία και κατανοήσαμε ότι περισωθήκαμε στη ζωή και σπουδάσαμε, όμοια όπως οι σολωμοί τα ποταμόψαρα πάνε αντίθετα στο ρεύμα για να φτάσουν στο σκοπό τους. Κι εμείς λοιπόν κόντρα στις αρχές της παιδαγωγίας, όπου λογικά θά ‘πρεπε να είχαμε χαθεί σε άλλα μονοπάτια της ζωής. Μεγαλώσαμε λοιπόν με μιαν αντιπαιδαγωγική παιδεία και μια ανατολίτικη ψευδοφιλοσοφία του Καζαμία. Είναι ν’ απορούμε, ακόμη, πώς βρίσκαμε το δρόμο και δε χάναμε το σπίτι, να γυρίσουμε!

Αλλάξαμε περιβάλλον και βρεθήκαμε σε κοινωνία πιο προχωρημένη,. Ήτανε σα να πέσαμε από άλλο πλανήτη. Για να ενταχθούμε στην κοινωνία των συμμαθητών των μεγάλων σχολείων, περάσαμε στάδια σκληρής προσαρμογής. Παραμερίζαμε εξαιτίας της άγνοιας που είχαμε και ανακτήσαμε το έδαφος που δικαιούμαστε, ουσιαστικά, με την ‘’ξιφολόγχη’’. Για να φτάσουμε πιο κοντά στη γνώση που δεν αποκτήθηκε στην ώρα της, κάναμε μεγάλα και κοπιαστικά βήματα στο χρόνο και στη σκέψη. Φτάσαμε κάπου, με τη νοοτροπία να τα ζητάμε όλα από τον εαυτό μας. Ακόμη και τώρα που κορφολογούμε θύμησες και τις καταγράφουμε, μην και λησμονηθεί ένα περίεργο μοντέλο που ανέτρεψε όλα τα δεδομένα της επιστήμης. Δε φιλοδοξήσαμε ούτε μια θέση στις εξαιρέσεις του κανόνα. Ζήσαμε όμως έντονα τη στέρηση γι αυτό περίσσεψε το όνειρο. Μείναμε ονειροπόλοι δίχως να καταλήξουμε...ονειροπαρμένοι. Βρεθήκαμε στον ίδιο δρόμο που πορεύονταν όλοι, τώρα. Αλλά εκείνων τους τον έδειξαν. Εμείς πήγαμε από τα ...χωράφια και τα άβατα. Αυτό είναι ένα από τα παράπονα που μας συγκινούν περισσότερο.

Θ’ αγοράσω το λοιπόν και φέτος έναν Καζαμία. Κάμετέ το και σεις. Και ξεφυλλίστε τον, χωρίς να τον αμφισβητήσετε, με παιδική αφέλεια και περιέργεια. Κάπου , μέσα στις ίδιες σελίδες του, θα συναντηθούμε - λίγο πολύ - όλοι μας…