YT Expo - шаблон joomla Mp3
Εκτύπωση
PDF
31
Μάιος
2017

Του τρύγου, του κρασιού και της παράδοσης

Eίμαστε μέσα στην επικαιρότητα με τον τρύγο. Είναι η δεύτερη μετά το θερισμό επείγουσα αγροτική εργασία, που πρέπει να γίνει γρήγορα για να έχει επιτυχία. Η τρίτη που χαρακτηρίζει της δύο προηγούμενες είναι ο πόλεμος. Και εκεί υπάρχει βιασύνη. Επομένως, το θέρος-τρύγος – πόλεμος που έχει καθιερωθεί για το κατεπείγον κάποιων αγροτικών εργασιών, βρίσκει την εφαρμογή του απόλυτα. Ίσως πέρασε και η εποχή της τόσης βιασύνης και του τόσου μόχθου των αμπελουργών. Σήμερα μεταφέρονται τα σταφύλια στα οινοποιεία όπου τα απαρχαιωμένα πατητήρια τα έχουν αντικαταστήσει σύγχρονα μηχανήματα

και παίρνεις αμέσως τον πανάρχαιο χυμό καθαρό και ακολουθείται η ατομική διαδικασία στα βαρέλια κάθε παραγωγού, με τον παραδοσιακό τρόπο.

 

Στα αγροτικά μουσεία, πλέον, είναι συγκεντρωμένα χρηστικά αντικείμενα της ζωής των παλαιότερων εποχών και ανθρώπων. Ειδικότερα στα αγροτικά μουσεία βρίσκονται αυτοσχέδια εργαλεία με τα οποία όργωναν τη γη, θέριζαν τα δημητριακά το καλοκαίρι, αλώνιζαν τα στάχια και μάζευαν τον καρπό για να τραφούν το χειμώνα οι άνθρωποι και τις καλαμιές που είχαν γίνει άχυρο από το πάτημα των αλόγων, για να τραφούν τα ζώα τους.

Στο κατώγι του καλονοικοκύρη, σε μερικά σπίτια η επικοινωνία με τον όροφο όπου διέμεναν οι άνθρωποι, γινόταν με εσωτερική σκάλα. Άνοιγε μια καταπακτή, μια τρύπα στο πάτωμα και με μια ξυλόσκαλα αβέβαιης ασφάλειας κατέβαιναν είτε για να πιάσουν κρασί από τα μεγάλα βαρέλια, είτε για να μαζέψουν κανένα αυγό από τις κότες που κούρνιαζαν για λόγους ασφάλειας σε μια γωνιά, ή για να παχνίσουν τα ζώα τους που περίμεναν να κατεβεί εξ…ουρανού κάποιος να τους ρίξει στην ταΐστρα σανό ή καρπό, ανάλογα. Το κατώγι για λόγους ασφάλειας ήταν ενσωματωμένο με την κατοικία.

Οι ζωοκλοπές έδιναν και έπαιρναν εκεί επάνω στα καλαβρυτοχώρια σε καιρούς δυστυχίας του πληθυσμού. Ακουγόταν και το κύπρο που ήταν κρεμασμένο στο λαιμό της φοράδας ή του μουλαριού, ανάλογα με την τσαχπινιά που είχε και την κινητικότητα που τα διέκριναν. Με μια φράχτη από λιανόξυλα ήταν χωρισμένες οι αγελάδες ή κάποιος ταύρος ευνούχος, που ζεύονταν στο αλέτρι και όργωναν τις πλαγιές. Όλα καλά, μέχρι να φωτίσει. Η νύχτα, συμπαραστάτης των κλεφτών, από δω βγαίνει που και ο φακός λεγόταν κλεφτοφάναρο, ήταν το δυσκολότερο του εικοσιτετράωρου. Σε μια γωνιά, χωμένο μέσα σε άχυρα και αποξηραμένα κόπρανα , κοιμόταν το θρεφτάρι, το γουρούνι που θα σφαζόταν τα Χριστούγεννα ή της αποκριές, ευτυχισμένο και χορτάτο δίχως να ονειρεύεται καν τι το περίμενε. Αλλά και τα μαρτίνια του σπιτιού, δυο τρεις κατσίκες ή και προβατίνες, σε μια πιο ασφαλή γωνιά αναχάραζαν ό,τι είχαν φάει την ημέρα, με στοχαστική ηρεμία.

Οι τοίχοι, γύρω-γύρω, γεμάτοι σύνεργα της αγροτικής ζωής. Λαιμαργιές για τα ζώα, κουλούρες φουσκωμένες με ψαθί για να μην τραυματίζονται όταν τραβούσαν το αλέτρι, πέταλα περασμένα σ’ ένα σύρμα, αρμαθιά και καρφιά, δρεπάνια και κοσιές για να κόβουν της βατουκλιές και το χορτάρι την Άνοιξη. Κόσκινα μεγάλα και μικρά και χωνιά να σουρώνουν το κρασί μετά το πάτημα των σταφυλιών, σφυριά, τανάλιες και αρίδες με χειροκίνητα τρυπάνια, τσεκούρια και κλαδευτήρες αραδιασμένα σε ένα σανιδένιο παρτέρι που κρεμόταν από ψηλά και στηριζόταν στον τοίχο, φυσερά για το θειάφισμα των αμπελιών την άνοιξη, ψεκαστήρες για το ράντισμα, καπιστράνες για τα ζώα κάθε τύπου ανάλογα με τη χρήση τους και διπλωμένες τριχιές για τα φορτώματα. Πιο πέρα σ’ ένα πατάρι τα σαμάρια των μουλαριών και η σέλα του αλόγου που ήταν ένα είδος ΙΧ πολυτελείας του νοικοκύρη.