YT Expo - шаблон joomla Mp3
Εκτύπωση
PDF
30
Μάιος
2017

Mνήμες της Αποκριάς

Τ

 

ο θέμα προοριζόταν για την εβδομάδα, της Αποκριάς. Η δημοσίευσή του όμως, που δεν πραγματοποιήθηκε, το μετέθεσε στις ημέρες της σαρακοστής, αυτές που ακολουθούν με αυστηρότητα τη χαλάρωση ή την κραιπάλη του καρναβαλιού και που πραγματοποιούν μια κάθαρση σωματική με παράλληλη πνευματική αυτοσυγκέντρωση και ψυχική περισυλλογή.

Είχαμε καταγράψει παλιές εμπειρίες από αλλοτινούς καιρούς, καθώς το ορεινό χωριό, απ’ όπου έρχονται όλες μας οι μνήμες -τέτοιες μέρες- είχε μεταβληθεί σε…σφαγείο, τη βδομάδα που «άνοιγε» το Τριώδιο και όλοι ετοιμάζονταν για την αποκριά. Ο θρήνος των χοιρινών που τα μαχαίρωναν, γιόμιζε την ψυχή μας μελαγχολία, αφού μαζί με τα ζώα αυτά ζούσαμε και τα φροντίζαμε. Συναισθηματικότερα εμείς τα παιδιά, δίχως να υπολογίζουμε τη σκληρή ανάγκη της ζωής,

που συντηρείται με τα θάνατο του αδύνατου για τον δυνατότερο. Στο χωριό λοιπόν, τότε, τω καιρώ εκείνω θα λέγαμε, πριν εκραγεί ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος, δεν λογαριαζόταν νοικοκύρης, όποιος δεν είχε θρέψει κάποιο χοιρινό, που στις σύγχρονες περιπτώσεις έφτανε τις 100 οκάδες.

 

Τα θρεφτάρια

 

Μ

 

παίνοντας, λοιπόν στο τριώδιο, σφάζονταν τα θρεφτάρια στις αυλές των σπιτιών, από δυο τρεις επιδέξιους σφαγείς που είχαν συγκροτήσει…εκτελεστικό απόσπασμα. Ζωσμένοι με καρώ τραπεζομάντηλα για τα αίματα, τις μαχαίρες περασμένες στο ζωνάρι και τα χέρια ματωμένα, περιέρχονταν στις γειτονιές κάνοντας χοντροκομμένα αστεία, απειλώντας τα παιδιά που ήσαν ανυπάκουα ότι θα τα σφάξουν κι αυτά κι εκείνα κρύβονταν όσο να τελειώσει το μεκελειό στην αυλή τους που γέμιζε φόβο τις ψυχούλες τους.

Έβαζαν κάτω το βαρύ χοιρινό, έκοβαν το λαρύγγι του ζώου (τον καρύτζαφλο), η νοικοκυρά τον έψηνε στα πεταχτά, πρώτο μεζέ για τον κόπο τους, τους κέρναγε και μπόλικο κοκκινέλι με την πήλινη κανάτα και μαστουρωμένοι, καταματωμένοι και κεφωμένοι, τράβαγαν γι’ άλλη γειτονιά να συνεχίσουν την…αιμοβόρα συνήθειά τους! Τα υπόλοιπα τα αναλάμβαναν οι ιδιοκτήτες του θυσιασμένου ζώου.

Ο παππούς, έμπειρος στο γδάρσιμο είχε κρεμάσει το δικό μας θρεφτάρι, στο πορτόξυλο της μεσιανής πόρτας μετά την είσοδο ακριβώς πάνω από τον καταρράχτη απ’ όπου κατεβαίναμε εσωτερικά στο κατώι, να παχνίσουμε τα μουλάρια το χειμώνα, να πιάσουμε κρασί από το βαγένι, να μαζέψουμε τ’ αυγά από τις κότες, που τα γένναγαν μέσα στα παχνιά ή σε απόκρυφες γωνιές ή να ξεκρεμάσουμε κανένα κυδώνι από το πάτερο, ψηλά, για να το ψήσουμε στη χόβολη.

Γύρω στο τζάκι

 

Π

 

ανηγύρι γύρω από το τζάκι που από νωρίς το ‘χαμε παντρέψει με δυο κούτσουρα κουφαλιάρικα που καίγονταν αγκαλιαστά. Σωστό θυσιαστήριο, όπου το έθιμο έβρισκε την καλύτερη έκφρασή του. Η απύλωτη διάθεση των σημερινών παιδιών, η πλήξη και η δυστυχία τους μέσα σ’ όλα τ’ αγαθά, ήταν άγνωστά μας τότε, καθώς ευκαιριακό παιχνίδι μας ήταν η φούσκα (που φτιαχνόταν από την κύστη του ζώου) και θα την έπαιρνε όποιος βοηθούσε περισσότερο. Γουλισμένη στη στάχτη (σαν…χταπόδι), τη φουσκώναμε μ’ ένα μακαρόνι, της ρίχναμε μέσα δυο τρία σπυριά αραποσίτι για να χτυπάει όταν θα ξεραινόταν. Από τη βιασύνη μας την κρεμάγαμε μέσα στους καπνούς του τζακιού να ξεραθεί γρήγορα - γρήγορα και καμαρώναμε με το αυτοσχέδιο παιχνίδι (!) που το φτιάχναμε μόνοι μας, το κυριότερο!

Δίπλα στο τζάκι, στρωνόταν ο σοφράς και ολοκληρωνόταν η ιεροτελεστία του ψητού στα κάρβουνα. Πεντανόστιμο, ψάνιο κρέας, που οι σύγχρονοι αστοί και οι…αστικοποιημένοι χωρικοί μας, δεν ξέρουν τη γεύση του. Η οματιά (ένα είδος σπληνί από χοιρινό με καρυκεύματα και μαύρες σταφίδες), ήταν ο μεζές για γουλόζους. Και τα άντερα του ζώου, αφού μοσχοπλένονταν, τα φουσκώναμε και τα κρεμούσαμε στον αέρα να ξεραθούν, για να φτιάξουμε στη συνέχεια τα περίφημα λουκάνικα που κράταγαν ίσαμε του αλωνάρη κι αποτελούσαν (τηγανιτά με αυγά) το κολατσιό των θεριστάδων.

Κάθε σπίτι ήταν κι ένα αλλαντοποιείο! Τίποτα δεν πήγαινε χαμένο. Το λίπος του ζώου, τρία τέσσερα δάχτυλα παχύ, το βγάζαμε από το σώμα του και το λιώναμε σε μικρά λεβέτια και μαζί με τις έγκλισες (που κάνανε τις τσιγαρίδες) και κομμάτια ψαχνά μισοτηγανίζονταν και τα χύναμε ύστερα σε πήλινα ή τενεκεδένια δοχεία να παγώσουν. Γεμίζαμε δυο και τρεις τενεκέδες. Αυτό το λίπος αντικαθιστούσε το λάδι των ορεινών πληθυσμών μας για πολλά χρόνια κι έδινε στα λιπόσαρκα σώματα την ενέργεια που χρειάζονταν ν’ αντέξουν…

Θέμα για πολλή σκέψη

 

Τ

 

ο δέρμα χρησιμοποιόταν για την κατασκευή πρόχειρων υποδημάτων (γουρνοτσάρουχα) κι έτσι από ένα θρεφτάρι μια οικογένεια έπαιρνε (άμεσα και έμμεσα) τόσα υλικά για τις ανάγκες της. Η πρώτη ύλη ήταν τσάμπα για την διατροφή του ζώου: τα βελανίδια. Σήμερα (κι αν κάπου θρέφουν κανένα χοιρινό), δεν είναι σαν και τότε. Η άγρια ράτσα, που έδινε νόστιμο κρέας, ξεκληρίστηκε. Τώρα, και στα ορεινά χωριά, περνάνε οι χοιροτρόφοι ή οι γύφτοι-μεταπράτες και πουλάνε γουρουνάκια από μάνες εκτροφείου και ράτσας εισαγωγής, που το κρέας τους είναι άγευστο! Ό,τι γίνεται και με τα κοτόπουλα της μηχανής. Οι τάχα βελτιωμένες ποικιλίες, το εμπόριο, τα ψυγεία με τα συντηρημένα τρόφιμα, οι κάθε είδους ευκολίες έκαναν τεμπέληδες και καταναλωτές αστούς τους χωρικούς μας μέχρι το σημείο να μην καταδέχονται ν’ ασχοληθούν με την οικογενειακή ζωοεκτροφή ή την κηπουρική.

Κι έγιναν κι αυτοί (οι κάτοικοι των πόλεων δεν μπορούν να κάμουν αλλιώτικα) εξαρτήματα της καταναλωτικής προπαγάνδας, με τις συνεχόμενες πολιτικές προεκτάσεις. Αν μποϊκοτάρουν τα μεγάλα τραστ την αγορά, για οποιοδήποτε λόγο, ψοφήσαμε όλοι σε μια βδομάδα. Τα σύγχρονα κελάρια είναι ανύπαρκτα ή μάλλον τα ‘χουμε αποθέσει στο μπακάλη της γειτονιάς. Ούτε αποθέματα υπάρχουν αλλ’ ούτε και η δυνατότητα να παράγουμε, τα βασικά τουλάχιστον. Αρκεί για παράδειγμα η απεργία των αρτοποιών. Θέμα για περισσότερη σκέψη και - ίσως - καιρός για θετικότερες αντιδράσεις. Πολλούς (άτομα ή ομάδες) δεν συμφέρει να είναι αυτοδύναμη ή οικογενειακού τύπου, η μικρή, κλειστή παραγωγή αγαθών πρώτης ανάγκης. Κι ενώ μας υποδουλώνουν με τις ευκολίες που μας παρέχουν, παράλληλα μας μαγαρίζουν με τα σάπια και τα ψοφίμια (πολλά βρίσκουν οι υγειονομικές υπηρεσίες σε αποθήκες και καταστρέφουν) αλλά και μας ξεδεκαρίζουν με τις υπερτιμήσεις. Μένουμε αδρανείς και νωθροί, εξαγοράζοντας από τα οργανωμένα συμφέροντα κι αυτή τη στοιχειώδη ύπαρξή μας. Ένα είδος κοινωνικής απελευθέρωσης μπορεί να έρθει με την αυτοδυναμία της οικογενειακής οικονομίας, ως ένα βαθμό.