YT Expo - шаблон joomla Mp3
Εκτύπωση
PDF
30
Μάιος
2017

«Χαιρέτα μου τον πλάτανο»

( δηλαδή όλους τους συχωριανούς)


Σ

το περασμένο σημείωμά μας, αναφερθήκαμε στον πλάτανο που είναι διστακτικός να βγάλει πρώτος τα καινούργια του φύλλα. Αλλά όταν φουντώσει και πρασινίσει όλος, τότε κατά τη λαϊκή μετεωρολογία αλλάζει η εποχή, «φέρνει την Άνοιξη». Στο μεταξύ συνέπεσε να μας επισπεύσει το γράψιμο και μια μαντινάδα, αρκετά πιπεράτη. «ο πλάτανος θέλει νερό κι η λεύκα θέλει αγέρα / τα μαύρα μάτια φίλημα όντε χαράζει η μέρα.»

Στις ρεματιές κι όπου ο τόπος ακούει νερό τα πλατάνια θεριεύουν. Είναι δε πολύ ανθεκτικά και από τα γηραιότερα δέντρα της Ευρώπης με ηλικία ως και χιλίων ετών, όπως μνημονεύεται ένα τέτοιο δέντρο στο χωριό Πουρί στο βόρειο Πήλιο. Και το παράδοξο είναι ότι ένας τέτοιος πλάτανος δεν έχει χαρακτηριστεί μνημείο της φύσης. Έχουν βρεθεί και απολιθώματα πλατάνου, ηλικίας 115 εκατομμυρίων ετών.

Ο αρχαιολόγος Σλήμαν, μνημονεύει στο βιβλίο του «Πελοπόννησος και Τροία», ότι πριν το 1450 π.Χ. η μέση ηλικία του δέντρου ήταν τα 600 έτη. Ο ίδιος αρχαιολόγος ασχολείται και με τον πλάτανο στις δώδεκα βρύσες, του Αιγίου. Μάλιστα, ιστορείται ότι αρχικά οι βρύσες ήταν 16. Υπάρχουν μαρτυρίες και για 17, ακόμη και 14. Το 1910 με την κατασκευή της πλατείας μειώθηκαν σε δώδεκα, όπου και παραμένουν.

Απαρχής έπαιρναν νερό από υπόγεια δεξαμενή, αλλά με τους μεγάλους σεισμούς κατέβηκε η στάθμη του νερού, στέρεψαν και ο Δήμος τις συνέδεσε με το πόσιμο νερό πόλης όπου και ρέουν αδιάκοπα. Στα παλιότερα χρόνια, τα καράβια που διέπλεαν τον Κορινθιακό, σταματούσαν στο λιμάνι του Αιγίου και προμηθεύονταν πόσιμο νερό από τις βρύσες αυτές. Υπάρχουν γκραβούρες από την περίοδο της τουρκοκρατίας, όπου γύρω από τις βρύσες, γυναίκες έπλεναν τα χοντρά ρούχα του σπιτιού και έπαιρναν δροσερό νερό σε στάμνες που τις κουβαλούσαν στους ώμους τους στην επάνω πόλη.

Η ανάγκη για δροσερό νερό τα καλοκαίρια, εκεί γύρω στη δεκαετία του 1950, ήταν επιτακτική. Όσοι είχαν τον τρόπο κουβαλούσαν νερό από τις 12 βρύσες. Για ευκολία τους οι υπόλοιποι τραβούσαν νερό από πηγάδια που υπήρχαν σε αυλές των περιφερειακών σπιτιών. Με δημοτική εντολή η πρόσβαση σ’ αυτά ήταν ελεύθερη και ο ιδιοκτήτης δεν είχε το δικαίωμα να το κλειδώσει ή να απαγορεύσει την άντληση δροσερού πόσιμου νερού.

Την τιμητική τους είχαν οι πήλινες στάμνες. Κατά το απόβραδο, οι νεότεροι του σπιτιού πήγαιναν και γέμιζαν. Τις άφηναν όλη τη νύχτα στα μπαλκόνια και το νερό διατηρείτο δροσερό όλη τη νύχτα, μέχρι που άνοιξαν οι γεωτρήσεις για την άρδευση των κτημάτων και νεράκι ολόδροσο, όλες τις ώρες αντλείτο από εκατό μέτρα βάθος και ήταν απόλαυση. Στα πηγάδια, όταν πήγαιναν παιδιά για νερό, έβρισκαν παιγνίδι να αφήνουν την ανέμη με το μεταλλικό γουβά, δεμένο με αλυσίδα, να κατεβαίνει με ταχύτητα και να στριγκλίζει καθώς τριβόταν το σίδερο στις δυο βάσεις της ανέμης, οπότε έβγαινε ο νοικοκύρης και τα έδιωχνε επιτιμώντας τα και κλείνοντας την πόρτα.

Τα παιδιά, όλα τα κάνουν παιγνίδι. Ήταν και περίπου ρομαντικό το θέαμα να βλέπεις τα κοριτσόπουλα με τις στάμνες στον ώμο να πηγαίνουν για νερό. Ήταν μια καλή ευκαιρία να ξεπορτίσουν λιγάκι. Κι αν πας Μαλάμωμ για νερό, εγώ στη βρύση καρτερώ, ήταν το σουξέ της εποχής. Όπου δεν υπήρχε βρύση, υπήρχε πηγάδι. Εκεί πάλι συνέβαιναν ερωτικά παρατράγουδα και η παράδοση έχει συντηρήσει τη δικαιολογία της κόρης, που βρήκε τον καλό της και γύρισε στο σπίτι με σπασμένη τη στάμνα. Πρόβαλε τη δικαιολογία ότι γλίστρησε και την έσπασε, αλλά η μάνα της, έμπειρότερη, διέγνωσε ότι «αυτό δεν είναι παραπάτημα, μόν είν΄ αντρός αγκάλιασμα».

Η κεραμική ήταν γνωστή από την αρχαιότητα. Σε κομψές εικόνες πάνω σε μελανόμορφα αγγεία που διασώθηκαν, βλέπουμε κοπέλες να κρατούν στον ώμο τους καλοζωγραφισμένες ληκύθους. Σήμερα που έχουν τεθεί εκτός χρηστικότητας τέτοια αντικείμενα, οι στάμνες κατάντησαν τουριστικές αξιοθέατες απομιμήσεις, με αναπαραστάσεις από την αρχαία ελληνική μυθολογία και ζωή.

Γράφοντας για τον πλάτανο της παραλίας του Αιγίου, ο Σλήμαν, αναφέρεται σε μια περίοδο που ο κορμός του πλατάνου είχε στη βάση του μια ευμεγέθη κουφάλα (κοίλωμα) όπου εχρησιμοποιείτο, από τους τοπικούς κοτζαμπάσηδες, ως κρατητήριο ανθρώπων που όφειλαν φόρους. Η περίμετρος του αιγιώτικου δέντρου, τότε ήταν 12 μέτρα. Τον πλάτανο αυτόν και τις βρύσες αναφέρουν, ο περιηγητής Παυσανίας και άλλοι περιηγητές στα βιβλία τους. Επικράτησε να λέγεται πλάτανος του Παυσανία.

Τα πλατάνια, που είναι τα δέντρα στις πλατείες των χωριών, υπήρξαν προσφιλή δέντρα όπου ο Αλη Πασάς κρεμούσε τους άτυχους ραγιάδες, με εκτελεστές τους γύφτους που ακολουθούσαν τα λεφούσια του. ¨Ένας ρουμελιώτικος τσάμικος, ιστορεί το παράπονό του. «» Τα’ έχεις καημένε πλάτανε / και σούπεσαν τα φύλλα; / Μην ο νοτιάς τα τίναξε, μήνα το ξεροβόρι; / Αλή πασάς επέρασε / με δεκατρείς χιλιάδες / και στο σημάδι μ’ έβαλαν / πληγώσαν την καρδιά μου….Και τα δέντρα κακοπάθησαν μέσα στη μαύρη σκλαβιά του γένους.

Μια επισήμανση, που δεν είναι πολύ διαδεδομένη είναι ότι το πλατάνι είναι καλός αγωγός του ηλεκτρισμού επειδή το ξύλο του είναι «λιπαρό»και επομένως επικίνδυνο όταν στις καταιγίδες πέφτουν κεραυνοί. Στη μυθολογία, στην ιστορία και στη λαογραφία ο πλάτανος είναι το κεντρικό δέντρο ευχάριστων και δυσάρεστων γεγονότων. Αποτελεί το σύμβολο της στενής πατρίδας και από την ξενιτιά στέλνονται νοσταλγικά χαιρετίσματα, σε όλους τους συχωριανούς. Χαρακτηριστικό είναι εκείνο το «χαιρέτα μου τον πλάτανο», συνεκδοχικά όλους τους χωριανούς που απολαμβάνουν τον ίσκιο του και τη δροσιά του.