YT Expo - шаблон joomla Mp3
Εκτύπωση
PDF
30
Μάιος
2017

Του παπά το γουρούνι

( Λαογραφικό αφήγημα )


 

Τ

 

ο χωριό είχε μια περιοχή όλη, μόνο βελανιδιές. Τη χρονιά που αναφερόμαστε είχε πολύ βελάνι. Πρόβατα, γίδια και κυρίως τα χοιρινά έτρωγαν άφθονο και ήσαν τετράπαχα. Τα γουρούνια ζούσαν στο δάσος ελεύθερα. Μη βλέποντας άνθρωπο είχαν αγριέψει, τα δε σερνικά που οδηγούσαν την αγέλη

, είχαν βγάλει κάτι γυριστούς χαυλιόδοντες, που τα έτρεμαν τα τσοπανόπουλα, παρ’ ότι συνηθισμένα να συμβιώνουν με όλα τα ζώα όλο το χρόνο. Είχαν γίνει πολύ επιθετικά.

 

Έλυνε το πρόβλημα του κρέατος της οικογένειας

Κάθε σπίτι είχε, εκτός από τα ελεύθερα στο δάσος, και από ένα γουρούνι ημερεμένο και καλοταϊσμένο, το θρεφτάρι όπως το έλεγαν, για τα Χριστούγεννα ή την αποκριά. Θυμάμαι περισσότερο την αποκριά που τα έσφαζαν αλλά σε κάποια χωριά τα θυσίαζαν από τα Χριστούγεννα. Το σπίτι του προέδρου του καλονοικοκύρη και του παπά, είχαν τον τρόπο να κάνουν υπερτροφία στα χοιρινά τους. Είχε όμως επικρατήσει, όταν ήθελαν να παρομοιάσουν ένα ζώο καλοθρεμμένο να λένε «σαν του παπά το γουρούνι». Όντως ήταν ασήκωτο. Η κοιλιά του κατέβαινε ως κάτω και τα κοντά του πόδια χάνονταν μέσα στο πάχος. . Ένα τέτοιο ζώο, που ζύγιζε μέχρι και εκατόν είκοσι οκάδες ήταν υπολογίσιμη ποσότητα κρέατος και λίπους, για την οικογένεια ενόψει του χειμώνα που κυρίως άρχιζε το Δεκέμβρη και παρατεινόταν ως τους πρώτους μήνες της Άνοιξης. Άφθονο κρέας και λίπος και το δέρμα του κι αυτό χρήσιμο στους βοσκούς που έφτιαχναν τσαρούχια και περικνημίδες, που έφταναν ψηλά ως το γόνατο, επειδή το τριχωτό μέρος που έμενε απέξω έδιωχνε το χιόνι και δε μούσκευαν τα πόδια τους. Από το κεφάλι ως κάτω η κάπα από γιδόμαλλο άλλη στεγανή επικάλυψη του σώματος, ολοκλήρωνε την προφύλαξη από το δριμύ κρύο του χειμώνα.

Το βελάνι μόνη τροφή για τα ζώα

Βελανιδιές και πουρνάρια (δρυς η πρίνος) αποτελούν τη χλωρίδα των βουνών της ορεινής ζώνης της Αιγιάλειας που συνεχίζεται μ’ αυτή των Καλαβρύτων και κάτω από τα χίλια μέτρα υψόμετρο, επειδή πάνω από αυτό αρχίζει η ζώνη του έλατου. Μεγάλα δέντρα, πολλά συμπλήρωναν αιώνα ζωής και όταν ο καιρός ευνοούσε και η καρποφορία τους ήταν μεγάλη κατεβάζαμε τόνους φορτία το βελάνι και το αποθηκεύαμε κάπου στην αυλή να βρέχεται για να μην ανάψει Τροφή για τα ζωντανά του κάθε νοικοκύρη.. Τρέφονταν μ’ αυτό τις βαριές χειμωνιάτικες ημέρες, που κρατούσαν έναν και δυο μήνες τα χιόνια, τα γουρούνια, οι κατσίκες ακόμη, στην ανάγκη και τα γαιδουρομούλαρα και πάχαιναν.

Ένας αντιεπιστημονικός ευνουχισμός

Συνήθως για θρεφτάρια κρατούσαν θηλυκά γουρούνια, επειδή αυτά έβαζαν βάρος ευκολότερα και έβγαζαν οκάδες κρέας και λίπος. Όταν ήσαν μικρά (ανεσμίδια) έπρεπε να στειρωθούν .Τα σερνικά ήταν εύκολα στον ευνουχισμό, παρά το βάρβαρο και άκρως επώδυνο τρόπο που επιχειρούσαν αυτόκλητοι χειρουργοί, οι εκτροφείς. Με τα θηλυκά τα πράγματα ήταν εξαιρετικά δύσκολα. Έπρεπε να τους ανοίξουν την κοιλιά και να αφαιρέσουν ή να δέσουν τις ωοθήκες τους για να μη συλλάβουν και γεννήσουν οπότε ήσαν ακατάλληλα για εκτροφή. Τη δουλειά στα θηλυκά ένας μόνο ήταν στην περιοχή ειδικευμένος και πραγματοποιούσε. Ο Παπάς του χωριού. Γι αυτό, τις Κυριακές μετά τη λειτουργία, στο προαύλιο της εκκλησιάς περίμεναν, από τα γύρω χωριά γυναίκες με μια ανεσμίδα δεμένη, τον παπά να βγει να τη στειρώσει. Αυτή δεν ήταν εύκολη δουλειά. Ήθελε εμπειρία.

Χειρουργείο χωρίς αναισθητικό

Αμέσως ετοιμαζόταν χειρουργείο, στον πλάτανο με ελεύθερο το θέαμα της επέμβασης. Υπήρχε μια εργαλειοθήκη, ένα κασελάκι από ρέγκες, παραπεταμένο κάπου με ένα κομμάτι μελισσοκέρι, τρίπλη κλωστή, βελόνα, ως τα πλέον αναγκαία. Εργαλειοδότης η αφεντιά μου, παιδί ως οκτώ – εννιά χρονών. Κρεμούσαν το γουρουνάκι από τα πίσω πόδια με τριχιά από τον πλάτανο, για να πέσουν τα σπλάχνα μπροστά. Του έδεναν το μουσούδι για να μην ενοχλεί, όταν θα του άνοιγαν την κοιλιά και θα πονούσε και θα έσκουζε το άμοιρο. Ούτε αυτό το δικαίωμα είχε το δύστυχο. Ο χειρουργός, εμπειρικός κτηνίατρος και παπάς, είχε μέσα στη βαθιά τσέπη του ράσου του μια μεγάλη σουγιά. Μ’ αυτή έκοβε το αντίδωρο, έβγαζε το ύψωμα από τις λειτουργιές και τη χρησιμοποιούσε για κάθε άλλη ανάγκη. Να κόψει μια τριχιά, να ξύσει μια βέργα και σε κάθε άλλη χρεία που είχε. Έκοβε όμως-ξουράφι. Ξύριζε το σημείο της κοιλιάς του κρεμάμενου ζώου και ακριβώς απέναντι από τα εσωτερικά του γεννητικά όργανα, άνοιγε μια τρύπα ίσια να χωράνε τα δυο δάχτυλά του. Έπιανε την ωοθήκη την τραβούσε λίγο έξω και με κλωστή που είχε κερώσει με το μελισσοκέρι έκανε αυτό που λέμε σήμερα απολίνωση. Ξαναέραβε το δέρμα και κατέβαζαν από το ικρίωμα το ζωάκι που πονούσε φοβερά. Για πολλή ώρα έμενε ακίνητο και μαζεμένο. Μέχρι το μεσημέρι που αραίωναν οι πόνοι το ‘παιρνε περπατώντας η κυρά του και έφευγε. Μια ώρα μέσα σε χωματόδρομο. Δε θυμάμαι να του είχε πάθει μόλυνση του παπά, κάποιο ή να είχε καταλήξει στη διάρκεια της επέμβασης. Ούτε αίματα, ούτε…μεταγγίσεις. Σκληροί καιροί. Το ίδιο και οι άνθρωποι. Όλα γίνονταν εμπειρικά. Η ανάγκη και η φτώχεια έκανε τους ανθρώπους επιδέξιους σε όλα. Ιατρείο ζώων και φάρμακα δεν υπήρχαν. Όπως και για τους ανθρώπους δεν υπήρχε τέτοια δυνατότητα.

Στο κατώι τα τρόφιμα και τα ζωντανά

Μόλις σουρούπωνε και πριν καλά-καλά νυχτώσει, φώτα κοινοτικά δεν υπήρχαν στους δρόμους- έπρεπε να παχνιστούν τα ζώα που ήσαν κλεισμένα στο στάβλο. Κάποιος τα φρόντιζε, να φάνε το βραδινό τους. Όλη μέρα, μάταια γυρνούσαν από δω κι από κει, γλείφοντας το χώμα, αφού, εκτός από κανένα ξεράγκαθο τίποτ’ άλλο δε βρισκόταν να ξεγελάσουν την πείνα τους. Τους έριχνε άχυρα και κορφάδες, που από το καλοκαίρι είχαν αποθηκευτεί. Μέσα στο κατώγι συγκατοικούσαν κότες, κατσίκες και τα μεγάλα ζώα. Βόδια και γαϊδουρομούλαρα. Σε μια γωνιά ήταν αποθηκευμένοι και καρποί που δεν ήσαν κατάλληλοι για άλεσμα. Πίσω από ένα χώρισμα με χοντρά ξύλα, μέσα σε ξύλινα αμπάρια ήταν το σιτάρι και το καλαμπόκι για τη διατροφή των ανθρώπων και σε μικρότερα δοχεία άλλοι καρποί. Επίσης τα μεγάλα βαρέλια με το κρασί. Από τα πάτερα, χοντροί κορμοί που πάταγαν από τοίχο σε τοίχο για να στερεώνεται το πάτωμα του ορόφου πάνω, όπου η οικογένεια κατοικούσε, κρέμονταν πλεξίδες από κρεμμύδια, σκόρδα, ρόδια, κυδώνια και κάποια σταφύλια που είχαν αφυδατωθεί.

Aπό ένα φεγγίτη, που τον ασφαλίζαμε τη νύχτα για να μην τρυπώσει καμιά αλεπού, έμπαινε το πρωινό φως και άρχιζε η ανησυχία των έγκλειστων ζωντανών να βγουν έξω. Ρολόι ακριβείας τα κοκόρια προανήγγελλαν την καινούργια ημέρα, οι κότες κακάριζαν και τα μεγάλα ζωντανά μουγκάνιζαν να τα βγάλει κάποιος για βοσκή. Μόλις άνοιγε η βαριά πόρτα μια ζεστή άχνα έβγαινε προς τα έξω. Τα σώματα των ζώων εξέπεμπαν μιαν θερμική ακτινοβολία που έκανε λουτρό το στάβλο. Στα μεγάλα κρύα, εκεί έβρισκε θαλπωρή και ο Αννίβας ο σκύλος του σπιτιού που κουλουριαζόταν πάνω στα άχυρα της καλύβας με τις ζωοτροφές και με το ένα μάτι κλειστό και το άλλο ξάγρυπνο παρακοιμόταν, πιστός φρουρός της ιδιοκτησίας του αφεντικού του, που είχε αναλάβει την επίβλεψη και τη φύλαξη.

Το πρώτο καλλυντικό προσώπου

Όταν τελείωνε το ζύμωμα στη μεγάλη σκαφίδα, λαξεμένη σε κορμό από πλατάνι, η καλή θεία που μας μεγάλωσε υποκαθιστώντας τη μάνα που δεν πολυανακατευόταν με τα παιδιά, ξέπλενε με χλιαρό νερό τη σκαφίδα και από το γαλάκτωμα έπαιρνε με τις φούχτες της και νιβόταν. Το πρώτο γαλάκτωμα, το πρώτο καλλυντικό εκ πείρας. Κάντε το και σεις μας συμβούλευε. Θ’ ασπρίσουν το πρόσωπο και τα χέρια σας. Αλλά δεν τελείωνε εδώ. Τέλος το μάζευε σε ένα ανοιχτό τενεκέ, έριχνε μέσα και λίγα πίτουρα, τ’ ανακάτευε πολλή ώρα και από την καταπακτή που υπήρχε με μια σκάλα που ακουμπούσε στο υπόγειο κατεβαίναμε κι εμείς μαζί της και ποτίζαμε μ’ αυτό το πλύμα – όπως το έλεγαν – τη γίδα μας που είχε μόλις γεννήσει να αναλάβει από τον τοκετό και να κατεβάσει γάλα για τα χαριτωμένα κατσικάκια που τα είχαμε απομονώσει σε μια καλαθούνα επειδή το πρώτο γάλα της γίδας μας ήταν βαρύ και τα έβλαπτε στο στομάχι. Μ’ αυτό η θεία, πανάξια και έμπειρη, έφτιαχνε μια γαλατόπιτα, επειδή είχε το χρώμα του κροκού του αυγού, κορκοφίνι τη λέγαμε και ήταν η μεγάλη λιχουδιά μας. Αλλά και η γουρούνα μας που είχε λουφάξει στη ζεστασιά κάτω από το παχνί έπινε με απληστία αυτό το πλύμα. Τέλος, ό,τι έμενε το έγλειφε ο Αννίβας που κι αυτός, ποτέ, σχεδόν, δεν ήταν χορτάτος.

«Κοφτές» βεντούζες για το κρυολόγημα!

Στον όροφο, όπου η τραπεζαρία, το τζάκι και ο κοιτώνας – όλα και όλοι, σε ένα δωμάτιο – μέναμε εμείς. Σε φτωχότερες οικογένειες, στο ίδιο χωμάτινο δάπεδο στο ισόγειο, συγκατοικούσαν άνθρωποι και ζώα. Χωρίζονταν με μια τσάμπρα και το μικρό αυτό οικοσύστημα συμβίωνε αρμονικά. Μεγάλο πρόβλημα ήταν ο χειμώνας. Για ζώα και ανθρώπους. Όταν έπεφτε γρίπη, όλο το χωριό είχε συναυλία πνευστών. Βήχας παντού. Μας έπιασε ένα καταραμένο ζαντούχι, έλεγε ο παππούς, και δος του βήξιμο. Στις σοβαρότερες περιπτώσεις φόβος και τρόμος ήταν οι πνευμονίες. Γιατρός ήταν πέντε ώρες μακριά μέσα στο κρύο με ζώο. Και φάρμακα τα παραδοσιακά, μαλαχτικά, μολόχες και αφροξυλάνθια. Και βεντούζες. Ντάπα ντούπα τα γυαλιά (τα ποτήρια) και κουκούλωμα. Υπήρχε η συνήθεια να γίνονται και κοφτές οι βεντούζες. Δηλαδή αφαίμαξη από την πλάτη. Εκείνο το λιγοστό αίμα που είχαμε εμείς τα παιδιά μας το έπαιρναν για …θεραπευτικούς λόγους. Σφαδάζαμε κάτω από τα στιβαρά χέρια που μας κρατούσαν ακίνητους στο κρεβάτι και μ’ ένα ξυραφάκι μας έκαναν τόπους – τόπους το κορμάκι μας στη πλάτη, κόσκινο. Από μπροστά τα ζεστά, να σπάσει το κρύο και ν’ αρχίσει το φλέγμα να βγαίνει. Και τι δε μας έβαζαν. Κομμάτια από κεραμίδια καυτά, άμμο τηγανισμένο σε σακούλα κι αυτόν πάνω στο στήθος. Μας έψηναν κυριολεκτικά. Ύστερα από χρόνια, αφού επέζησα των θεραπευτικών μαρτυρίων μου, χρειάστηκε να βγάλω μια ακτινογραφία θώρακος. Όταν την είδε ένας νέος φίλος γιατρός που για ένα διάστημα έκανε ιατρική στο Αίγιο, με κατατρόμαξε. Τι είναι αυτά εδώ; μου είπε. Φυματίωση βλέπω. Έλα κοίταξε. Γεμάτη, τόπους-τόπους άσπρα σημάδια η πλάκα. Κάτι συνέβαινε στο στήθος μου. Αφού με είδε ότι κατατρόμαξα, άρχισε να μου εξηγεί γελώντας. Μικρός, φαίνεται ότι συχνά αρρώσταινες από κρυολογήματα και σου έβαζαν ανεξέλεγκτα πολύ ζεστά. Τότε θυμήθηκα και του το βεβαίωσα. Μην ανησυχείς είναι ασβέστιο που έχει ρίξει ο οργανισμός σου σε σημεία που έχουν καεί, οι λεγόμενες αποτιτανώσεις μου είπε. Δεν ερεύνησα τον όρο αφού πήρα ανάσα και είμαι ακόμη καλά. Άλλη νοσηρότητα, όπως λοιμώδη νοσήματα που προσβάλλουν τα παιδιά στις πόλεις λόγω συγχρωτισμού, δεν υπήρχαν. Η λιτότητα στη διατροφή και ο εθισμός στην άσκηση του σώματος και ο καθαρός αέρας, μας κράτησαν στη ζωή. Ένα κομμάτι σταρένιο ψωμί βρεγμένο στη βρύση και μπόλικο δροσερό νεράκι κι είμαστε χορτασμένα, τα παιδιά που χαιρόμαστε το παιγνίδι στο προαύλιο του σχολείου ( το μόνο ίσιο μέρος) , γύρω από την εκκλησία και στα αλώνια.

Περιμένοντας τα καινούργια παπούτσια

Γιορτές λαμπερές, δε θυμάμαι να ζήσαμε, ούτε ως παιδιά ούτε με τους μεγάλους στο σπίτι. Ήταν και τα άσχημα χρόνια του πολέμου. Η κοινωνία μικρή και κλειστή. Σε απόσταση μισής μέρας δρόμο, ο κόσμος ήταν διαφορετικός.

Από τις γιορτές του δωδεκαήμερου μας εντυπωσίαζε ο Αη Βασίλης, ο μαγικός άγιος, που έρχεται από το άγνωστο, μπαίνει από τις καμινάδες και αφήνει δώρα στα παιδιά. Αυτόν ονειρευόμαστε, δεν τον αμφισβητούσαμε αλλά και δεν του θυμώναμε όταν το ξημέρωμα βλέπαμε μόνο τα καθημερινά μας παπούτσια στο παραγώνι. Το δώρο του αηΒασίλη που μας έταζαν και περιμέναμε. Καινούργια παπούτσια. Η ξυπολυσιά ήταν η πάγια εικόνα. Εκείνο που κατανοούσαμε περισσότερο ήταν οι αποκριές με τα μασκαράτα και την εύθυμη ατμόσφαιρα που δημιουργούνταν. Η Γέννηση του Χριστού ήταν μια ασύλληπτη, εν πολλοίς κι ακατανόητη ιστορία, που δεν τη χωρούσε το μυαλουδάκι μας. Ασάφεια γενικώς επικρατούσε στο γνωστικό μας επίπεδο. Μην αναζητήσουμε τι φταίει και ποιος φταίει περισσότερο γι αυτό. Όλη η θεοσέβειά μας επικεντρωνόταν στη νηστεία. Μην τύχει και αρτυσθούμε τις απαγορευμένες ημέρες με απαγορευμένες τροφές. Δηλαδή τι; Λίγο τυράκι από τις γίδες μας και λίγο μαγειρεμένο φαγητό με λάδι ή χοιρινό λίπος. Νηστεία ίσον τελεία εξάντληση.

Βλέποντας ένα κόσκινο ουρανό

Η έννοια και ο χώρος της θεότητος του σύμπαντος ήταν ο ουρανός, όσος βλέπαμε επειδή τα γύρω βουνά άφηναν ένα κόσκινο ουρανό να συμβολίζει το σύμπαν και κατά συνεκδοχή και το Θεό. Ουρανός και θεός ήταν έννοιες ταυτόσημες αλλά κάπως αξεδιάλυτες και αόριστες. Ένα βράδυ, ήταν καλοκαίρι θυμάμαι κι εγώ μικρό παιδί κάτω από τα δέκα χρόνια, γυρίζαμε από τη βρύση στη Ρέπεζα, η Νικολάκενα μια ασήμαντη γριούλα που είχε πάει να ποτίσει τα γελάδια της, μαζί της κι εγώ. Δε θυμάμαι τι λέγαμε. Όμως μου έκαμε εντύπωση, από τότε και διατηρώ ακέρια την απορία μου, η θεοσοφία της, η μεταφυσική εκτίμηση κάποιων σκέψεών της. Έλεγε: Ο Θεός κάποτε ήταν πολύ κοντά μας παιδάκι μου. Τόσο κοντά που τον έγλειφαν τα βόγια. Έτσι έλεγε τα βόδια. Τώρα εξαιτίας μας ανέβηκε ψηλά, πολύ ψηλά, ούτε που τον φτάνουμε ούτε που μας βλέπει. Γι αυτό κακοπαθαίνουμε.

Περίεργη αυτογνωσία και συμβολική αυτοκριτική από μια τελείως άβγαλτη και αγράμματη γερόντισσα που δεν είχε πάει πιο πέρα, από το σπίτι της. Ως τη βρύση του χωριού ήταν το μάκρος του δρόμου που γνώριζε….

ΑΝ.- / ΦΛ.-