YT Expo - шаблон joomla Mp3
Εκτύπωση
PDF
30
Μάιος
2017

Στο ξωκλήσι τ’ ΑηΓιώργη

(Σ΄ ΕΝΑ ΑΠΟ ΤΑ ΠΟΛΛΑ ΠΑΝΗΓΥΡΙΑ ΤΟΥ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΟΥ)

ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΟΙ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ…ΖΩΗ ΜΑΣ!


Τ

α έθιμα, διαρκείς και απαράβατες συνήθειες, διατηρούνται αναλλοίωτα δια μέσου των χρόνων και κρατούν ομάδες ανθρώπων είτε αυτές είναι σε πόλεις είτε σε χωριά, ενωμένους. Τα τηρούν με ευλάβεια. Είναι συνήθειες που έρχονται από κάποιο παρελθόν, συνήθως αχρονολόγητο και είναι λαϊκές συμπεριφορές, θρησκευτικά δρώμενα και εθνικές αναμνήσεις από τους αγώνες του λαού έναντι ορατών και αοράτων δυνάμεων. Στα ξωκλήσια, στα οποία τιμώνται άγιοι της θρησκείας μας, μόλις καλοκαιριάσει γίνονται λειτουργίες και μικροπανήγυρα. Ο αη Γιώργης και ο αηΛιάς έχουν την τιμητική τους. Έξω από το χωριό στο ύψωμα, μια πετρόχτιστη εκκλησούλα αφιερωμένη στον αη Γιώργη, υποδεχόταν τους ταξιδιώτες που ερχόντουσαν στο χωριό και ξεπροβόδιζε εκείνους που περνούσαν σύρριζα στον τοίχο της, φεύγοντας. Συχνά, χρησίμευε να προστατεύει κάποιους στρατοκόπους από μια μπόρα ή κάποιο χιονιά, που τους προλάβαινε μεσοστρατίς. Την Παρασκευή του Πάσχα, πηγαίναμε στην Παναγιά, μια εκκλησούλα που μόλις διακρίνονταν κάτω από τα θεόρατα πουρνάρια που την κάλυπταν. Δίπλα στο χωριό, καθόλου μακριά. Οι γυναίκες, οι γερόντισσες κύρια, κρατώντας τα μισόσβηστα κεριά της Ανάστασης, έφταναν με τα πόδια. Δεν ήταν μακριά. Η σκεπή της βαριά, με πέτρινες πλάκες και δυο τρεις εικόνες στόλιζαν το σανιδένιο τέμπλο, όπου το «ιερό». Άλλη αίσθηση πασχαλιάτικη.

Ξέθαβαν και τους θαμμένους τα γουρούνια

Όταν έμπαινε για καλά το καλοκαίρι, ανάμεσα στον αη Γιώργη και το χωριό που ήταν κάτω κοντά στο Σελινούντα, γιορταζόταν η μνήμη της αγια Παρασκευής. Κι αυτή πνιγμένη στα θεοπούρναρα. Απόξω στο χωράφι που όριζε η εκκλησία ήταν και το νεκροταφείο. Όχι τίποτα σπουδαία πράματα. Δυο πέτρες η μια δίπλα στην άλλη και ένα βαθούλωμα όπου είχε ταφεί κάποιος χωριανός. Τον καιρό που τα βελάνια είχαν ωριμάσει και έπεφταν , αγέλες γουρουνιών έβοσκαν και έσκαβαν κατά τη συνήθειά τους, μέχρι που η εκταφή των οστών να είναι εύκολη. Τότε, ακούγαμε τους μεγαλύτερους για την ανάγκη να περιφράξουμε το κοιμητήριο γιατί λογιζόταν αμαρτία η εκταφή των νεκρών και μάλιστα από τα ακάθαρτα γουρούνια.. Εκεί, καλοκαίρι καθώς ήταν, θυμάμαι, μαθητάκος του δημοτικού, παρακάθησε όλο το χωριό σε κοινό γεύμα, πάνω στα χορτάρια στο βαθύ ίσκιο και κάποιοι τσοπάνηδες μοίρασαν χλωροτύρι, μέσα από τις τσαντήλες και απολαύσαμε ένα γεύμα αλησμόνητο. Σήμερα έχουν κάπως αλλάξει τα πράγματα. Η επιδημία του μάρμαρου έφτασε ως εκεί, ασπρίζουν οι τάφοι από μακριά και όλος ο χώρος έχει περιφραχτεί.

Εικόνες από διήγημα του Παπαδιαμάντη

Τον αη Γιώργη, τον λειτουργούσαν οι ντόπιοι ανήμερα της μνήμης του, που συνήθως έπεφτε μέσα ή γύρω στο Πάσχα. Αποβραδίς κάποιες ευσεβείς γυναίκες νοικοκύρευαν τον περίγυρο που είχε πήξει από τα χορτάρια και τ’ αγκάθια. Σκούπιζαν το δάπεδο του ναΐσκου, άναβαν και ένα δυο καντήλια κι απέ το πρωί της ημέρας της γιορτής έφτανε πρώτος ο παπάς του χωριού καβάλα στο γαϊδαρό του με το δισάκι του γεμάτο από τ’ απαραίτητα για τη λειτουργία. Απόκοντα κι εμείς τα παιδιά που δεν είχαμε άλλη χαρά παρά να υπηρετούμε τον ιερέα. Ν’ ανάβουμε μια φωτιά, απόξω στο χωράφι, ανάμεσα σε χοντρά λιθάρια να βράσει το ζέον ή να υπάρχουν κάρβουνα για το θυμιατό. Επιδέξια ζεσταίναμε και τα σπασμένα κεριά τα κολλάγαμε μεταξύ τους και τα ξαναβάζαμε στο παγκάρι που τα έπαιρναν οι προσκυνητές και τα άναβαν.

Καιρός δυστυχίας η περίοδος της Κατοχής είχε πολλές ελλείψεις. Μόλις καιγότανε λίγο το κερί το μαζεύανε οι Επίτροποι, εκεί στη μεγάλη εκκλησιά του χωριού. Λόγοι οικονομίας. Μαζί με άλλα αποκέρια και χοντρά σταξίματα που τα μαζεύαμε από το δάπεδο, είχαμε εξασκηθεί στο να φτιάχνουμε καινούργιες λαμπαδίτσες, μικρά κεριά για τις ανάγκες των χωριανών που είχαν τη συνήθεια να εκφράζουν όλη τη λατρεία τους με ένα αναμμένο κερί, που το απόθεταν πότε στο μανουάλι, δίπλα στην εικόνα του αγίου, πότε στα μνήματα των πεθαμένων που το προστάτευαν από τον αέρα αλλά και να μην πιάσει και καμιά πυρκαγιά, χτίζοντας γύρω του με πέτρες ένα υπήνεμο όσο να καεί όλο ή να σβήσει μετά από ώρα. Ανάβω ένα κερί σημαίνει πολλά. Είναι ικεσία, ευχαριστήρια πράξη, έκφραση ευλάβειας, μεταφορική πράξη να φωτίζει η φλογίτσα του τις συνειδήσεις όλων των ανθρώπων, μια δέηση βουβή, κάποτε συνοδεύεται από μια προσευχή, πάντοτε όμως θεωρείται συμβολικό χρέος, επικοινωνία με τις ψυχές που έφυγαν.

Του τραπεζιού, του τσάμικου και του συρτού…

Πόλεμος και κατοχή και φτώχια και ανασφάλεια και φόβος. Πού να βρεις κερί και λιβάνι αγιορείτικο. Για τα καντήλια, οικονομούσαμε λίγο λάδι κι αυτό τσιφό από τα οξέα και για φυτίλι μαζεύαμε, από ένα χόρτο κάποια ξεραμένα ανθάκια του τα λουμπίνια που στέκονταν πάνω στο λάδι του καντηλιού και διαποτίζονταν απ΄αυτό, σιγόκαιγαν μ’ ένα τρεμουλιαστό φως μπροστά στα πρόσωπα των εικόνων, που έδιναν την εντύπωση ότι ανοιγόκλειναν τα μάτια τους. Έτσι τα βλέπαμε μικρά που είμαστε. Όλα τ’ αποκέρια, ακόμη και τις σταλαγματιές που είχαν πήξει όταν ξεχείλιζαν οι λαμπάδες, τα ρίχναμε σ’ ένα τέντζερη και τα ζεσταίναμε μέχρι να λιώσουν εντελώς. Σχεδόν τα βράζαμε. Αυτό το υγρό κερί το χύναμε μ’ ένα μπρίκι πάνω σε κλωστές που είχαμε κρεμάσει γύρω από τη βάση ενός παλιού κόσκινου για να στρέφεται εύκολα και να παγώνουν οι πρώτες. Εκείνο σχημάτιζε την υποδομή του αυτοσχέδιου κεριού. Όσο περισσότερο υγρό χύναμε πάνω στο κερί που έπαιρνε σχήμα και κρεμόταν, τόσο πιο χοντρή γινόταν η λαμπάδα που βγάζαμε σαν πάγωνε οριστικά. Χαρά μας, μεγάλη, όπως όλες εκείνες των παιδιών που παθαίνονται να κατασκευάζουν ο,τιδήποτε. Η χαρά της δημιουργίας από τα πρώτα χρόνια. Ύστερα χαλάει ο άνθρωπος με τη θεωρητικολογία που κυριαρχεί της χειρωνακτικής εργασίας. Πιστεύαμε λοιπόν ότι επιτελούσαμε ιερό καθήκον.

Στο αναλόγιο, αλλιώς ψαλτήρι, που έτριζε ανυπόφορα σαν τραμπάλα όταν το γύριζε ο αυτοσχέδιος ψάλτης βοηθός του ιερέα και άμουσος καθώς ήταν αλλά φιλόδοξος, ανάγνωθε με τα λίγα γράμματα που γνώριζε τα ιερά κείμενα. Εκεί όμως που ήταν εντελώς αδέξιος ήταν όταν αποτολμούσε να ψάλει. Δυο-τρεις ήχους γνώριζε όλους κι όλους. Του τραπεζιού, του τσάμικου και του συρτού. Το οκτωήχι το προσάρμοζε σ’ αυτούς κι έλεγες πότε να τελειώσει εκείνη η πανηγυριώτικη μυσταγωγία. Έβαζε κάποια στιγμή το «δι ευχών» ο ιερέας και στα χωράφια απέξω έσκαζαν μερικά βαρελότα, αυτοσχέδια εκρηκτικά, κατασκευασμένα με παλιά τραπουλόχαρτα, μπαρούτι και χαλίκια, σφιχτά δεμένα που τα σφενδόνιζαν στον τοίχο κι έπαιρναν φωτιά. Στο δέσιμο έτσι και τριβόντουσαν τα χαλίκια με το εύφλεκτο υλικό, έσκαγαν στα χέρια και υπήρχαν πολλοί τραυματισμοί μέχρι και ακρωτηριασμοί.

Μετά τη λειτουργία το κοσμικό γλέντι

Μοίραζε ο ιερέας κομμάτια από λειτουργιά αφράτη και μοσχομύριστη από ασπρόσταρο και ζυμωμένη με αλεύρι περασμένο από τη μεταξωτή κρησάρα που διατηρούσαν γι αυτή την περίσταση κάποιες καλονοικοκυρές και τότε ακολουθούσε την ιερή τελετουργία το γλέντι, το πανηγύρι. Κάποιοι έστηναν χορό, δίχως όργανα, φωνάζοντας αντί τραγουδώντας και άλλοι, οι νεότεροι επιδίδονταν σε αγώνες κατά τα αρχαία πρότυπα. Έτρεχαν με τα άλογα ποιος θα βγει πρώτος αλλά εκείνο που ήταν όντως άθλημα ήταν το τρέξιμο, ο δρόμος ταχύτητας μέσα στο χωράφι με τις αγκαθιές και τις φοβερές φαλαρίδες. Πολλοί, νέοι συνήθως, τσοπανόπουλα ασκημένα στα δύσκολα έτρεχαν ξυπόλυτα, για το ποιος θα φτάσει πρώτος στην κορυφή του λόφου που τους περίμενε το τρόπαιο, μια ζαχαροκουλούρα που είχαν ζυμώσει τα κορίτσια του χωριού για το καλό της ημέρας. Και δεν ήταν μικρή η απόσταση με όλες τις δυσκολίες του τοπίου. Στο γυρισμό η ομάδα που έτρεξε, έστησε χορό και ο πρώτος κρατώντας ψηλά την κουλούρα, το τρόπαιο, που ήταν διακοσμημένη με πολύχρωμα κουφέτα , τα λεγόμενα ζαχαρωτά , την έφερναν μερικές βόλτες γύρω , μέχρι που γύριζαν όλοι στο χωριό.

Γιόρταζαν, μόνο οι άντρες!...

Εκεί, στα σπίτια τους, το γιορτάσι, γιορτάσι. Είχε μια άλλη εθιμοτυπία. Ο παπαΧρήστος έπρεπε να περάσει ένα-ένα τα σπίτια που είχαν Γιώργη να «σηκώσει» το ύψωμα εις υγείαν του εορτάζοντος. Οι Γεωργίες, οι Γιώργαινες και οι Γιωργίτσες έμεναν εκτός ευχής και ευλογίας. Τα δικαιώματα των γυναικών δεν είχαν ακόμη διεκδικηθεί. Ο άντρας γιόρταζε. Όσο μακριά και αν βρισκόντουσαν τα σπίτια ο ιερέας έπρεπε να τα επισκεφθεί την ημέρα εκείνη. Εκτός που πληρωνόταν από τους ενορίτες του μια φορά το χρόνο, είχε και ιερό καθήκον ο παπάς του χωριού το οποίο ουδέποτε παραμελούσε.

Κάποιο σφαχτό, στο κοπάδι, που προοριζόταν για τη γιορτή του σπιτονοικοκύρη, είχε προγραφεί. Ως εκεί ήταν η ζωή του. Έβραζε σε σιγανή φωτιά όλη νύχτα και σερβιριζόταν σε πιατέλες σπειραλατιστό και με μπόλικο κρασί, μέχρι το βράδυ, στους επισκέπτες. Στο μεταξύ το παιδομάνι που δεν άφηνε πόρτα αχτύπητη, έφευγε με τις χούφτες γεμάτες κόλλυβα. Αυτό ήταν το κέρασμα. Μια κοφίνα με βρασμένο στάρι πίσω από την πόρτα με δυο τρεις μαύρες σταφίδες, αν υπήρχαν και κάποιες χάντρες από ρόδια και λίγη ζάχαρη από πάνω κι αυτή αντιπροσώπευε όλα τα γλυκίσματα του κόσμου που δεν υπήρχαν στα χωριά του πολέμου και της κατοχής. Αυτά γίνονταν…τότε. Πότε ακριβώς; Πάνω κάτω, κοντά έναν αιώνα πριν. Απίστευτα ίσως. Κι όμως αληθινά πέρα για πέρα.